To ποίημα αυτό το έγραψα τον Ιανουάριο του 2024 αλλά ποτέ δεν βρήκα το θάρρος να το δημοσιεύσω λόγω του έντονα προσωπικού και συναισθηματικού ύφους του. Αποτελεί συλλογή σκέψεων και εμπειριών πολλών χρόνων και είναι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του αγαπημένου μου Νικηφόρου Βρεττάκου.
Πρόταση: Η ανάγνωση του ποιήματος να συνοδεύεται από το παρακάτω μουσικό κομμάτι:
Περιμένετε λίγο φίλοι μου. Μη φεύγετε ακόμα.
Καθίστε λίγο ακόμα να συζητήσουμε και να γελάσουμε και να τραγουδήσουμε.
Ωραία δεν περνάμε ως τώρα;
Μη μαζεύετε τόσο βιαστικά τα πανωφόρια σας.
(Μην με αφήνετε με τη μοναξιά μου).
Έχω σκεφτεί κάποια πράγματα και ήθελα να σας τα πω. Το ένα αφορά ένα μοναχικό λουλούδι που είδα χτες στον δρόμο ανάμεσα στα τσιμέντα. Το άλλο αφορά τον ξύλινο σταυρό που βλέπετε πίσω σας.
Μη φεύγετε ακόμα.
Εντάξει, δεν θα φλυαρήσω άλλο, το υπόσχομαι. Απλώς, βλέπετε, αισθάνομαι πάντα την ανάγκη να μιλήσω.
Είναι όμορφη η συντροφιά των ανθρώπων.
(Με γλυτώνει από τη μοναξιά μου και μου δίνει ένα νόημα μυστήριο).
Είναι όμορφη η συντροφιά σας.
Καθίστε λίγο, νύχτωσε έξω.
Να, θα κάνω λίγο χώρο εδώ στο σαλόνι, στην κρεβατοκάμαρα και στο φεγγάρι για να ξαπλώσετε να κοιμηθείτε. Ορκίζομαι, όλο το βράδυ θα είμαι ξύπνιος να σας προσέχω.
Γιατί βιάζεστε; Που έχετε να πάτε; Είναι τα σπίτια σας πιο ζεστά απ’ το δικό μου;
Ορίστε, έχω ανάψει και το τζάκι για να ζεσταθείτε. Κάνει πολύ κρύο έξω.
Τι ρωτάτε; Γιατί δεν κλείνω το παράθυρο; Αυτό επιτρέψτε μου να μην το απαντήσω. (Θέλω να ακούω τι γίνεται έξω).
Αφήστε τουλάχιστον τις μεγάλες βαλίτσες του πόνου που κουβαλάτε σε εμένα. Θα τις φυλάξω, αλήθεια. Αφήστε τες εδώ, μην τις πάρετε μαζί.
Έστω, αδειάστε λίγο από το φορτίο τους στο σπίτι μου. Να, εδώ, ξεκουράστε τον πόνο σας. Ας είναι αυτή η επισφράγιση της φιλίας μας. Εγώ θα σας αγκαλιάζω, κι εσείς θα μου δίνετε λίγη από την οδύνη σας.
Περίσσεψε ο πόνος σας φίλοι μου, το γνωρίζω. (Περίσσεψε ο πόνος στον κόσμο…)
Κι εσύ αγαπημένη μου, μη φύγεις. Κάτσε εσύ τουλάχιστον…
(Αναρωτιόμουν πάντα γιατί κυριεύει η σιωπή στο διαμέρισμά μου. Τώρα κατάλαβα ότι έλειπε η φωνή σου. Μου θυμίζει τα ποιήματα που δεν έγραψα ακόμα… θα τα γράψω όμως).
Δεν μπορώ να σε βλέπω με αυτό το μεγάλο σεντούκι των ενοχών και τις οδύνης που κουβαλάς παντού. Γιατί δεν το αφήνεις σε εμένα; Δεν με γνώρισες ακόμα; Δεν με αγάπησες; (Ή δεν σε αγάπησα εγώ αρκετά;)
Να, έχω κάνει χώρο. Πολύ χώρο. Ας είναι αυτή η επισφράγιση του έρωτά μας. Εγώ θα σε προσέχω, και εσύ θα μου δίνεις τον πόνο σου…
Μην φεύγετε ακόμα.
Κάποιος είχε αρχίσει ένα ανέκδοτο και το άφησε στη μέση. Το πικάπ σταμάτησε να παίζει μουσική αλλά θα βάλω άλλο δίσκο. Το κρασί τελείωσε αλλά έχω ακόμα ένα μπουκάλι. Το τζάκι έσβησε αλλά…
Να με συγχωρέσετε, τώρα θυμήθηκα ότι
δεν έχω τζάκι.
Παράξενο μου φαίνεται.
Είναι αστείο βασικά, γιατί τόσο καιρό, τόσα χρόνια, δεν κατάλαβα ότι
για να σας ζεστάνω,
έβαζα
φωτιά
στον εαυτό μου.
Βλέπετε, πάντα μπέρδευα την θυσία με τον πόνο.
Τώρα, όμως, πώς θα κόψω λουλούδια να δώσω να σας φυλάνε τα χέρια καθώς φεύγετε;
Πώς θα σας αγκαλιάσω;
Έγινε στάχτες το σώμα μου.
Σας λέρωσα.
Δεν ήθελα να φύγετε έτσι βρώμικοι.
Νόμιζα ότι σας ζέσταινα, φίλοι μου!
Αγαπημένοι μου, μακάρι να το γνώριζα, ότι ίσως, για να σώσω εσάς, έπρεπε πρώτα να σώσω τον εαυτό μου.
Μακάρι να το γνώριζα…
. . .
Α, φύγατε κιόλας.
Άδειασε το σπίτι.
Σιγή.
Καμία βαλίτσα δεν έμεινε εδώ. Κανέναν πόνο δεν ανάπαυσα σήμερα. Να με συγχωράτε!
Μοναξιά μου, μη με μαλώνεις! Γνωρίζω την αμαρτία μου!
Γνωρίζω…
Δεν προσέφερα χαρά στους φίλους μου, μόνο στάχτη.
Δεν προσέφερα ειρήνη στους αδελφούς μου, μόνο λόγια.
Δεν προσέφερα ανάπαυση στην αγαπημένη μου, μόνο πόνο.
Περίσσεψε ο πόνος στον κόσμο…
. . .
Βασικά… επιτρέψτε μου κάτι.
Επίτρεψε μου, Μοναξιά, κάτι ελάχιστο να πω.
Τον πόνο που περίσσεψε στους ανθρώπους και στη ζωή, ίσως να μην κατάφερα να τον αναπαύσω.
Όμως εγώ, που σας φιλοξένησα με τις στάχτες μου,
προσπάθησα
πάντα
να σκουπίσω
τα δάκρυά σας.
(Άραγε, πόσο χρειάστηκα κι εγώ δύο χέρια να αγκαλιάσουν τα δικά μου δάκρυα;)
Προσπάθησα
πάντα
να προσφέρω
την παρουσία μου.
Κάποια αξία δεν έχει κι αυτό;
Δεν ξέρω αν έχω αξιοποιήσει τη ζωή μου. (Πολλά λένε οι άνθρωποι ότι έχω καταφέρει. Οι άνθρωποι όμως δεν με ξέρουν).
Όμως τα δάκρυα σας, τις μικρές αυτές φλόγες οδύνης, τα παρεξηγημένα αυτά λουλούδια, εγώ τα ασπάστηκα.
Μάλιστα, τα έχω φυλάξει στο σπίτι μου.
Να, τα έχω εδώ, δίπλα στον Εσταυρωμένο και στη συγγνώμη που σας χρωστάω.
Γιατί, ποιος ξέρει, ίσως κι αυτά κάποιο ρόλο να παίξουν στη σωτηρία της ψυχής μου.
Αν είναι έτσι,
κάπου θα με χωρέσει κι εμένα ο Θεός…
Και πόσο περισσότερο θα είχα βοηθήσει αν μπορούσα να προσφέρω τον εαυτό μου άφθαρτο, ζωντανό, πλήρη αντί για τις στάχτες που είμαι τώρα;
Πόσο περισσότερο θα μπορούσα να σας βοηθήσω…
. . .
Καληνύχτα σας φίλοι μου. Καλή επιστροφή στους τόπους σας.
Νιώθω ότι θα αργήσουμε να τα ξαναπούμε, αλλά σας περιμένω ήδη.
Ξεκινάω αμέσως μαζεύοντας λίγο-λίγο φως και χώμα να ξαναφτιάξω τον εαυτό μου από την αρχή.
Γιατί, δεν ξέρω, έχω μία ελπίδα ότι με την καινούρια μου ύλη ίσως μπορέσω να ανακουφίσω και λίγο από τον πόνο σας.
Σώζοντας τον εαυτό μου, ίσως μπορέσω να σώσω κι εσάς.
. . .
Βιάσου όμως τώρα Μοναξιά μου και βοήθησε με.
Βιάσου να πλάσεις, έστω πρόχειρα, τα χέρια μου.
Κλείσε τώρα τα φώτα και πάρε το παλτό μου γιατί πρέπει να φύγουμε.
Πάμε, γιατί είναι ένα παιδάκι πικραμένο από κάτω που εδώ και ώρα με φωνάζει.
Δεν μου μιλάει, βέβαια. Δεν με γνωρίζει.
Απ’ το παράθυρο
το ακούω
να κλαίει.
Θα κρύωσαν, βλέπεις, τα δάκρυα του,
και είναι αμαρτία
να μην τα αγκαλιάσει κάποιος.
