-Έχω γεννηθεί για ν’ αγαπάω…

Ένας ψίθυρος ακούστηκε. Ένας ήχος ισχνός έφτασε σ’ εμένα. Γιατί σ’ εμένα;

Ένας θόρυβος μικρός, ένα βάθος απερίγραπτο μπορεί να δημιουργήσει.

Ένας είναι ο ουρανός και όλοι αυτόν κοιτάμε.

Έχουμε γεννηθεί για ν’ αγαπάμε.

 

-Πότε γεννήθηκες;

Τόλμησα να ρωτήσω.

-Τώρα γεννήθηκα.

-Και ποιον αγαπάς;

Σιωπή. Ήταν νύχτα ακόμη. Η φωνή Του δεν υπήρχε πια μέσα μου. Είχε φύγει. Μήπως θα έμενε; Στρέφω το βλέμμα μου. Στρίβω το κορμί μου. Στύβω την ψυχή μου.

Μοναξιά, ίσως η μόνη αξία που έχει ο άνθρωπος.

Μόνος έρχεται και μόνος φεύγει.

Μόνος ζει και μόνος πεθαίνει.

Μόνος αυτός υπάρχει.

Μόνος είναι.

Μόνος.

Μόνο ένας.

Άλλος κανένας δεν ήρθε.

Όλοι ήρθαν και έφυγαν απ’ τη ζωή του.

Όλοι ήθελαν να εισπνεύσουν λίγο από την αναπνοή του.

Ούρλιαζε το είναι του σα φοβισμένος λύκος.

Αλλά η φωνή του χάθηκε στο ψύχος.

Τώρα μόνος στο σκοτάδι.

Περιπλανιέται.

Τυραννιέται.

Σε λίγο ανατέλλει.

Όμως δε θα θέλει τη ζωή του.

Δε θα θέλει να σέρνει το άμοιρο κορμί του.

Δεν του αξίζει να παγώνει μέσα στο κρύο και στο χιόνι.

-Πατημασιές στο χιόνι;

Η περιέργεια του βλέπετε. Ακολούθησε τα χνάρια.

Ήταν τρεις στον αριθμό. Ήταν τρία τα συναξάρια.

-Που πάτε;

-Στο Φως.

Πρώτη φορά ένιωσε ασφάλεια.

Πάω, ας μου βγει και σε κακό.

Το λιγότερο είναι να χαθώ.

Το χιόνι ήταν μαλακό.

Το κρύο λιγοστό.

Μια ζέση.

Το σκοτάδι χανόταν.

Το βλέμμα του θολωνόταν.

Το βήμα του πιο αργό γινόταν.

-Ποιοι είστε;

-Μάγοι.

Μαγεία. Μια φανταστική ιστορία.

Δεν είναι πραγματική.

Ποτέ δεν ήταν.

Καμία σοφία.

Ρίσκο ήταν.

Λάθος.

Ψέμα.

Τέρμα.

Το κρύο έγδερνε.

Η σιωπή επέστρεψε.

Τα βήματα ξεθώριασαν.

Το τίποτα και το κενό άνθισαν.

Το σκότος και το Φως μάχονταν.

Η πίστη και η ελπίδα μαράθηκαν.

Οι σπόροι όμως δεν κάηκαν.

 

-Έχεις γεννηθεί για ν’ αγαπάς!

Ο ψίθυρος ήταν πια ξεκάθαρος με θωριά ήχος.

Ξεστράτισα αλλά ο ξένος ήταν το ψύχος.

Ξυπόλυτος στο χιόνι περπατούσε ξανά.

Οι πατημασιές του ήταν Ωσαννά.

Μήπως Κύριε μου δε σε προλαβαίνω πια;

Σταθερό βλέμμα και με αποστόμωσε.

Στάθηκε Εκείνος και σιώπησε.

Ησυχία επικράτησε ξανά.

Ήταν όμορφη αυτή τη φορά.

Τόσο όμορφη.

Συντροφιά.

Μια σταλιά.

Μια μικρή δροσοσταλιά.

Μια εωθινή ευωδία και γλυκιά.

Μια φωτεινή μουσική και καλολαλιά.

 

Τα βήματα Του είχαν λιώσει πια τον πάγο.

Το νερό και το φως έρρεαν από πάνω.

Ο ουρανός άνοιγε και η γη σειόταν.

Το βρέφος με κοιτούσε και ούτε που κουνιόταν.

 

Οι τρεις σκιές ήταν μπροστά.

Ψάλλαν όλοι μαζί το Ωσαννά.

Ένα τύμπανο ακουγόταν ρυθμικά.

Σα να ήταν εορτή, μια αστροφεγγιά.

 

Ένα βλέμμα τρυφερό με χάιδεψε στο χέρι.

Έτεινα και εγώ το άκρο μου στο αστέρι.

Οδηγό τον έχω και τον παρακαλώ.

Να βοηθήσει να φτάσω στον προορισμό.

 

Εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά.

Όλα ήταν στη δική Του ζεστή αγκαλιά.

Όλα ήταν στο χέρι το δικό Του.

Όλα ήταν πηγή του ονόματός Του.

 

Ο άξιος κοιτούσε εμένα τον ανάξιο.

Ανάσα δεν είχα πια για να μιλήσω.

Μονάχα το χέρι του ήθελα να φιλήσω.

Σκύβω και σωριάζομαι στο μεγαλείο μπρος μου.

Γεννήθηκε ο Άναρχος Θεός μου.

 

 

 

«Κοίταζε ψηλά στον ουρανό. Έχε πνεύμα υψηλό.

Κράτα την ψυχή με καθαρά χέρια. Πέτα την ψηλά στα περιστέρια.

Πάντα να ντύνεσαι λευκά. Μην έχεις ποτέ κακολαλιά.

Μη φοβάσαι μια ψιχάλα.

Να τρέφεσαι με μέλι και με γάλα.

Ποτέ μη κλειστείς σε γυάλα.

Γίνε του Δημιουργού σου το παιδί και δε θα χάσεις την τελευταία σου πνοή.

 

Είμαι εδώ, ζω και σε περιμένω.

 

Κι αν δεν ξέρεις την μορφή, το χρώμα και τη γεύση.

Μη με ψάξεις σε άλλη στέψη.

Η ύπαρξή μου είναι αληθινή και ξεκινά στων Χριστουγέννων την γιορτή.

Έλα σε μέγα δείπνο θεϊκό. Έχω καλεσμένο κάθε εκλεκτό.

 

Έχεις μια θέση κι εσύ εκεί. Γι’ αυτό και σε καλώ.

Και να ξέρεις πως… Έχω γεννηθεί για ν’ αγαπώ».

 

 

 

Η εικόνα προεπισκόπησης είναι ο πίνακας “Χειμωνιάτικο τοπίο, Ηλιοβασίλεμα” του Βαλέριους ντε Σαιντελήρ