Το ζήτημα του χρόνου και της βίωσής του απασχόλησε διαχρονικά φιλοσόφους, θεολόγους, επιστήμονες, καλλιτέχνες -ποιητές προπάντων-, τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο κατά τις ώρες της περισυλλογής του. Ο χρόνος είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την πορεία της ζωής, τη συντρέχει από την αρχή έως το τέλος. Ο χρόνος συνιστά το πεδίο δράσης του ανθρώπου αλλά και το νόμισμά του, τον οβολό του, κατά τον ποιητή. Διττή είναι όμως η φύση του χρόνου και προσδιορίζεται από τον τρόπο αντίληψής του. Είναι η κίνηση των σωμάτων, του υλικού κόσμου, αφενός και η κίνηση αφετέρου της ψυχής, του εσωτερικού, συνειδησιακού κόσμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διάκρισης αυτής είναι ο ύπνος. Οι αντικειμενικές ώρες του ύπνου απουσιάζουν από τη συνείδηση του ανθρώπου που πλάγιασε το βράδυ και αφυπνίστηκε το πρωί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εσωτερική βίωση του χρόνου, διότι αυτός είναι ο χρόνος της ψυχής, εκεί ζει ο άνθρωπος τις μεγάλες -και τις μικρές του- ώρες, την ευφροσύνη, τη θλίψη, την περισυλλογή, την Ανάσταση. Ο αντικειμενικός, εξωτερικός, χρόνος δεν περικλείει ενθουσιασμό, συγκίνηση, αναρρίπιση ψυχής˙ είναι μια τελετουργία που συνιστά το βουβό υπόστρωμα των κοσμοϊστορικών εσωτερικών διεργασιών. Η ροή του χρόνου ως κίνηση ψυχής, το βίωμα της ώρας που διαβαίνει, καθορίζεται από την ψυχική πλήρωση, την ψυχική ένταση, το βάθος του αισθήματος που διακατέχει την ψυχή. Με αδρό τρόπο διακρίνεται ότι τα συναισθήματα φόβου, η συστολή του εαυτού, επιμηκύνουν βιωματικά τον αντικειμενικό χρόνο˙ ο φοβισμένος άνθρωπος βιώνει το χρονικό διάστημα ως πολύ μακρύτερο από εκείνο που πράγματι υπήρξε. Η ανία παρατείνει, παρομοίως, άγονα, τον εσωτερικό χρόνο, ενώ ο ενθουσιασμός τον συρρικνώνει συνταρακτικά, όλα φαίνεται, εκ των υστέρων, ότι διήρκεσαν ελάχιστα. Λαϊκές ρήσεις επιβεβαιώνουν παραστατικότατα τις αλήθειες αυτές.

Φαίνεται λοιπόν πως το είδος του βιώματος, καθώς πραγματοποιείται ως κίνηση της ψυχής, καθορίζει την αίσθηση του ψυχικού χρόνου. Το αρνητικό την παρατείνει εξουθενωτικά, ενώ το θετικό σχεδόν την εξαϋλώνει. Ο χρόνος εξαφανίζεται κατά τη βίωση των ανώτατων συναισθημάτων, κατά την πλήρωσή του με ενεργήματα επάξια, την επένδυσή του με αγάπη. Η απρόσφορη βίωση του χρόνου δεσμεύει τον άνθρωπο στα πεζά, τα καθημερινά, τα άνευ ενδιαφέροντος, ή μάλλον ο άνθρωπος κατά τα διαστήματα αυτά είναι εκείνος που καθηλώνει τον εαυτό του στον απρόσωπο ρου του χρόνου. Απεναντίας, η βίωση της αγάπης συντρίβει τα δεσμά του χρόνου, εξυψώνει τον άνθρωπο στο πεδίο του καθαρού βιώματος, εκεί που ο χρόνος χάνει το νόημά του, στον αιώνιο κόσμο.

Ο άνθρωπος, στον βαθμό που βιώνει την αγάπη, το πάθος για τη ζωή και τις πράξεις του, υπερβαίνει τον απλό ρου του χρόνου και φτάνει στην εμπειρία της αιωνιότητος. Η ρήση: «η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστίν» αναφέρεται σ’ αυτό το καταστατικό γεγονός της προσωπικής βίωσης του αιωνίου, με προσωπική πρωτοβουλία˙ σημαίνει ότι το αιώνιο βρίσκεται δυνάμει στα χέρια του ανθρώπου, αρκεί να το αδράξει. Σ’ αυτήν την υπαρξιακή φώτιση ο άνθρωπος, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει βιολογικώς τη ζωή, την ανυψώνει πέρα από τα τετριμμένα, κάθε άχθος εξαϋλώνεται, κάθε φόβος, κάθε λύπη, κάθε δυσκολία. Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος γίνεται αιώνιος, αψηφά τον χρόνο. Οι στιγμές αυτές δε συνιστούν σημεία απλώς σε ένα γραμμικό διάστημα. Συνιστούν υπαρξιακές εκλάμψεις, αναβαθμούς, πλουτισμό, αναδημιουργία, σμίλεψη του ανθρώπου, στιγμές που θα τις ανακαλεί και θα τις αναβιώνει ως σταθμούς. Θα είναι ες αεί ζωντανές εντός του όπως κι αυτός μέσα σ’ εκείνες, διότι τότε ο παλμός του ταυτίστηκε με τον παλμό της Ζωής.

Η μετάβαση αυτή στην α-χρονία, στο προ-χρονικό αυτό επίπεδο, δεν μπορεί να γίνει επιτηδευμένα, σκόπιμα, προμελετημένα. Πρέπει να είναι αυθεντικό γέννημα της ψυχής, αυθεντικό βύθισμα και προπάντων κατάφαση της ζωής στον ύψιστο βαθμό της λησμονιάς του εαυτού. Είναι συγκλονιστικό ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί με το «εγώ» να εισέλθει στην αιωνιότητα. «Ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ούτος σώσει αυτήν» -μιλάει η ίδια η αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, η ίδια η πληρωθείσα Ζωή! Το «εγώ», που συμπαρασύρει τις μικροπρέπειες του χρόνου, την επιφυλακτική αποστασιοποίηση από τα συμβαίνοντα, πρέπει να μείνει εκτός των πυλών, ο άνθρωπος πρέπει να απεκδυθεί τη χρονικότητά του, να ταυτιστεί με το αιώνιο γίγνεσθαι. Αυτή η παντοία κατάφαση της ζωής ως έχει συνιστά το κλειδί για την επίτευξη της ζητούμενης μεταρσίωσης στον Αιώνα. Η κατάσταση της α-χρονικότητας θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την κατάσταση του Δημιουργού. Ο Δημιουργός πριν γεννήσει τον χρόνο βρισκόταν -και βρίσκεται ακόμα- στη μαρμαίρουσα και ζωογόνο αναβάκχευση της α-χρονίας. Σ’ αυτό το ύψος, σ’ αυτή τη θέωση, μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος στον βαθμό που αναχωνεύει τον εαυτό του στο Είναι δίχως να κρατά τίποτα πίσω, δίχως να θυμάται -να προφυλάσσει- μήτε την ίδια του την ύπαρξη, τη διαφορετικότητά του. Η αγάπη του για τον Κόσμο τον ταυτίζει αξεχώριστα με αυτόν.

Ο στείρος χρόνος συνιστά κάθειρξη της ψυχής στο πεπερασμένο, παθητική διασπάθιση της ζωτικότητας. Αντίθετα, η άξια εμβίωση του πεπερασμένου οδηγεί στο αιώνιο. Λογική συνέπεια του συλλογισμού είναι ότι ο άνθρωπος που θα καταφέρει να εμβαπτίσει σύμπαν το Είναι, με όλες του τις φαινομενικές αντινομίες -κι αυτό είναι το ουσιώδες-, στην αγάπη, είναι εκείνος που θα βιώσει την αιώνια, πανώρια α-χρονία του υπερβατικού, της πυρφόρου, αναγεννητικής, έκστασης. Είναι αξιοσημείωτο πως η αγάπη -και σ’ αυτό συνηγορούν όσοι την έχουν βιώσει- δεν προσφέρει μεταφορικά, σημειολογικά, το αιώνιο, αλλά κυριολεκτικά, οντολογικά, όσο πιο αληθινά. Πολλοί στέκονται διστακτικά μπρος στον λόγο περί της αγάπης -ουχί όμως στη βίωσή της- συνήθως γιατί συγχέουν αυτήν την ίδια μ’ όσους μίλησαν ή έπραξαν τάχα στο όνομά της. Η απροσμέτρητη όμως αξία της έγκειται στην καθαρότητά της, στην καθαρότητα του αισθήματος. Η αγάπη είναι για τον καθένα τόσο καθαρή όσο αυτός ο ίδιος -για τον εαυτό του προπάντων κι ύστερα για τους άλλους.

Δεν ψεύστηκαν όσοι αποκάλυψαν το νόημα της αγάπης, το βίωμά της. Δεν ψεύστηκαν ακόμη -κι αυτό είναι το συγκλονιστικό- όταν είπαν πως διαμέσου αυτής ο άνθρωπος φτάνει τον Θεό, ότι αυτή είναι ο Θεός, καθώς φιλιώνει τα αφίλιωτα της ψυχής.