Το παρακάτω σύντομο ποίημα είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία που πέρασε ο παππούς μου τον Ιούλιο του 1944 όταν, περπατώντας στην Πλατεία Μερκούρη στα Πετράλωνα, τον έπιασαν οι Γερμανοί για να τον εκτελέσουν.


Πρόταση: Η ανάγνωση του ποιήματος να συνοδεύεται από το παρακάτω μουσικό κομμάτι: 

For privacy reasons YouTube needs your permission to be loaded. For more details, please see our Πολιτική Απορρήτου.

 

Την ζωή του την πίκρανε η Αθήνα. 

Πάντα ονειρευόταν τα ρυάκια του χωριού του, τα ψηλά έλατα, το φως που χάιδευε τα φύλα των πλατάνων, το άγγιγμα της μητέρας του.

Τώρα, 17 χρονών, ήταν μόνος σε μία πόλη άχρωμη.

Ποιος να του έφταιγε; 

Χωρίς πατέρα, έπρεπε ο ίδιος να δουλέψει.

 

 Ήταν καλοκαιρινό πρωί, μα ο ήλιος δεν τον ζέσταινε.

Βγήκε από το σπίτι και περπάτησε λίγο με τη μοναξιά του.

Ξαφνικά, ο χρόνος πάγωσε, δύο χέρια τον πιάσανε.

Ο Γερμανός στρατιώτης τον πέταξε σε μία σειρά πολλών άλλων άτυχων.

«Αντίποινα για τον θάνατο ενός δικού μας, θα εκτελέσουμε πενήντα δικούς σας».

Πενήντα πρόβατα στη σφαγή, πενήντα ψυχές που θα μπορούσαν θαρρείς αύριο να αλλάξουν τον κόσμο. 

Πενήντα ζωντανοί νεκροί ξεκίνησαν να περπατάνε, μαζί και ο μικρός.

Και πέρα από τα βαριά βήματά τους και τις μπότες των κατακτητών,
άμα άκουγες προσεκτικά,
αναγνώριζες
ένα σιγανό κλάμα
της Παναγιάς για τα παιδιά της.

«Όλα τελείωσαν»
και σαν χτες του φαινότανε που γέλαγε και έπαιζε και αγκάλιαζε τους κορμούς των δέντρων.
Τώρα, περπατούσε σε ξένα χώματα, με το κεφάλι στο έδαφος. 

«Μικρέ, φύγε από εδώ» 

Φωνή ζωντανού μέσα στο θάνατο.

«Είσαι νέος ακόμα, φύγε γρήγορα» 

Το διπλανό προβατάκι, ένας άνθρωπος μεγάλος σε ηλικία,
με βαριά φωνή,
μιλούσε. 

Το παιδί τα ‘χασε. Τι σωτηρία να υπάρχει μέσα στην κόλαση; 

Φοβήθηκε.

Συνέχισε να περπατάει. 

 

Τότε,
ο χρόνος ζεστάθηκε,
η Παναγία γέλασε ανεπαίσχυντα,
και δύο χέρια,
κερδίζοντας τον Παράδεισο,
                           το σπρώξανε,
              έξω από το σκοτάδι,
στην αγκαλιά ενός μοναχικού θάμνου,
που έκρυψε τον αναστημένο.

Και ο μικρός, δεν κατάλαβε βέβαια τι συνέβη ακριβώς,
αλλά μέσα στα φύλλα
θυμήθηκε
την μυρωδιά της πατρίδας του.

 

Και είδε την πομπή να προχωράει προς το Γολγοθά,
ενώ εκείνος ζούσε,
μα ψάχνοντας το πρόσωπο του σωτήρα,
                      δεν το βρήκε.

 

Μεγαλώνοντας, βαδίζοντας στα μονοπάτια του χωριού του,
σε όλη την πλούσια ζωή που του χαρίστηκε,
θα ορκιζόταν
πως εκείνη τη στιγμή
από μακριά,
ενώ οι νεκροί απομακρύνονταν,
είδε να λάμπει
               ένα χρυσό φωτοστέφανο.

Μέχρι σήμερα,
όποτε η ζωή μου χαμογελάει
και νομίζω ότι είμαι κάποιος,
θυμάμαι πάντα
ετούτο τον άγιο.


 

Αφιερωμένο στον παππού μου Θεόδωρο Ξύδη (1927-2022) και σε όλους τους αφανείς, ξεχασμένους ήρωες της ιστορίας.

 

«Το αυξανόμενο καλό του κόσμου εξαρτάται εν μέρει από πράξεις που δεν καταγράφονται στην ιστορία· και το ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα για εσένα κι εμένα όσο θα μπορούσαν να είναι, οφείλεται κατά το ήμισυ στους πολλούς που έζησαν πιστά μια κρυφή ζωή και αναπαύονται σε τάφους που κανείς δεν επισκέπτεται»
– George Elliot

 

Η εικόνα προεπισκόπησης είναι o πίνακας «Οι φυλακισμένοι» (1908) του Kathe Kollwitz.