Προειδοποίηση: αυτό το κείμενο είναι σκόπιμα ιδιαίτερα καυστικό. Παρακαλείσθε να το διαβάσετε χωρίς κομματικές, ιδεολογικές ή άλλου είδους ωτοασπίδες. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, διαβάστε το με τις ωτοασπίδες σας. Η αλήθεια κάποιες φορές είναι πιο εκκωφαντική από ό,τι αντέχουμε.


Εδώ και μερικές μέρες ο – καταδικασμένος νεοναζί, για να μην ξεχνιόμαστε – Ηλίας Κασιδιάρης είναι και πάλι ελεύθερος. Απασχολεί δε την κοινή γνώμη εντονότατα το δικαίωμα ή μη του με απευθείας ανάθεση (à la ΟΠΕΚΕΠΕ) διαδόχου του Χίτλερ να κατέβει στην πολιτική.

Παρόλο που το Σύνταγμα είναι ξεκάθαρο και δηλώνει σαφώς ότι ο Ηλίας Κασιδιάρης δεν δικαιούται να κατέβει στις ερχόμενες εκλογές με οποιονδήποτε κομματικό συνδυασμό, παρά μόνο ως ανεξάρτητος βουλευτής (που για να καταφέρει να εισέλθει στην Βουλή θα πρέπει να του δώσουν την ψήφο τους το 3% του εκλογικού σώματος που ξεχειλίζει από τεστοστερόνη και μουχλιασμένο πατριωτισμό πασπαλισμένο με σβάστικες και αγκυλωτούς σταυρούς), για κάποιον λόγο το συγκεκριμένο ζήτημα συνεχίζει να επανέρχεται στις οθόνες μας.

Δυστυχώς αυτή η εποχή για τα ΜΜΕ μάλλον δεν είναι και τόσο καρπερή: η Μενεγάκη δεν έχει δική της εκπομπή, ο Νότης ο Σφακιανάκης δεν τραγουδά πια και ο Μαρινάκης δεν έχει ένα δικαστήριο την εβδομάδα – κοντολογίς, δεν υπάρχουν σημαντικές ειδήσεις στην Ελλάδα 2.0. Οπότε, τα ΜΜΕ αποφάσισαν να ρίξουν μερικά κροκοδείλια δάκρυα για τον Κασιδιάρη…

Η υπόλοιπη Ελλάδα, βεβαίως, δεν ανακάλυψε χθες ότι ο Κασιδιάρης και ο ναζισμός είναι σαν ψάρι χωρίς κρασί – χώρια δεν πάνε. Όλοι το ήξεραν, όλοι το συγκάλυπταν, όλοι το παραδέχονταν εδώ και μια δεκαπενταετία. Αλλά όλοι επίσης δεν ήξεραν και δεν έβλεπαν. Οι αγκυλωτοί σταυροί έγιναν αρχαία σύμβολα, τα εγέρθητι στους δημοσιογράφους έγιναν έκφραση σεβασμού, το ξύλο και οι δολοφονίες μεταναστών έγιναν πατριωτισμός…

Ο Θουκυδίδης είχε από παλιά μιλήσει για το πώς οι λέξεις αλλοιώνονται και χάνουν τη σημασία τους σε καιρό πολέμου. Μέσα σε έναν πόλεμο (οικονομικής φύσεως) άνθισε το αγκάθι της Χρυσής Αυγής. Με λίγη επιπλέον σάλτσα του τύπου «ναι αλλά δείτε πώς τους τα χώνει ο Κασιδιάρης!», έδεσε το γλυκό. Ναι, ο Κασιδιάρης και οι λοιποί παραπολυπατριώτες της Χρυσής Αυγής πράγματι πολλές φορές έλεγαν και σωστά πράγματα στη Βουλή. Πολλές φορές ο ίδιος ο Κασιδιάρης αναδείκνυε τη σήψη και την διαφθορά του πολιτικού (και όχι μόνο) συστήματος στις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής. Μιλούσαν για τα Εθνικά θέματα και για την υπόθεση της Μακεδονίας. Ανέδειξαν σκάνδαλα και έπαιξαν τον ρόλο του μαντρόσκυλου στη Βουλή για κάποια χρόνια (και, ναι, αυτή η όχι και τόσο βολική δράση τους ήταν και ο βασικός λόγος που τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ θυμήθηκαν συλλήβδην ποιους χάιδευαν για χρόνια!).

Αλλά…

Κι εδώ αρχίζει το τρενάκι της υποκρισίας. Δεθείτε καλά γιατί ίσως να έχετε αποτελέσει μέλος του. Τα παλιά καλά πατριωτικά χρόνια, τότε που κανείς δεν ήξερε και κανείς δεν είχε καταλάβει ότι, αν μια οργάνωση έχει ως σήμα το σύμβολο του Χίτλερ, λέει σε βίντεο ότι είναι ναζιστική και χαιρετά ναζιστικά, μάλλον όντως είναι ναζιστική, τα ΜΜΕ που τώρα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τον νεοναζί Κασιδιάρη και για το πώς του αξίζει να σαπίσει στην φυλακή, όχι μόνο ανέχονταν αλλά και σιγόνταραν το φίδι που θέριεψε και τώρα το κοιτούν όλοι απορημένοι.

Οι σημερινοί δεκαπεντάχρονοι που βγαίνουν και αποθεώνουν τον Κασιδιάρη είναι η σπορά αυτής της συμπεριφοράς. Οι παλιοί θα θυμούνται τους δημοσιογράφους να σπάνε πλάκα με τη Χρυσή Αυγή και να μας ενημερώνουν για τα γυμναστήρια που πηγαίνουν, τις κοπέλες με τις οποίες συχνάζουν, το αν φοράνε μπλε ή μαύρο τζιν, και γενικά να τους φέρονται σαν να είναι κάτι ανάμεσα σε Matt Damon και Tom Holland (να γίνουμε και λίγο επίκαιροι).

Θα θυμούνται αρκετοί επίσης ότι τα ΜΜΕ τρέφονταν από την ρητορική της Χρυσής Αυγής, η οποία, όπως και η αντίστοιχη του Χίτλερ στο Mein Kampf, δεν ήταν ποτέ κρυφή ή υφέρπουσα, και την εκμεταλλεύονταν στον βωμό της τηλεθέασης και του κέρδους. Υπήρξε η τέλεια βαλβίδα αποσυμπίεσης η Χρυσή Αυγή, καθώς τα κατευθυνόμενα από άνωθεν ΜΜΕ πίστεψαν ότι αν διώξουν κάποια αγανακτισμένα πρόβατα από το μαντρί αυτά θα γυρίσουν πάλι υπάκουα πίσω. Άλλες φορές πάλι, αναδείκνυαν με ζήλο τους καλούς νεοναζί προσκόπους που βοηθούσαν γιαγιάδες να περνούν απέναντι στον δρόμο, απλά ίσως κάνουν καλοκαιρινό κανέναν καταυλισμό μεταναστών. Αλλά είναι καλοί πατριώτες, οπότε δεν πειράζει.

Πειράζει. Και πειράζει πολύ. Πείραξε και τους δημοσιογράφους μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Εκεί οι μάσκες έπεσαν. Εκεί και οι τυφλοί είδαν και κανείς δεν είχε δικαίωμα στο «δεν ξέρω». Οι αμφίβολης ποιότητας στίχοι του Φύσσα άνοιξαν έναν νέο κύκλο από «ναι μεν, αλλά», αλλά το ψέμα είχε πια φτάσει στην αρχή του τέλους. Πλέον τα ΜΜΕ δεν μπορούσαν να κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν γιατί το ίδιο είχε αρχίσει να κάνει πια και ο κόσμος (και ΜΜΕ χωρίς κόσμο δεν γίνονται, σωστά;).

Όμως το τέρας που έθρεψαν με τόση επιμέλεια μεγάλωσε και γέννησε πολλά μικρά και μεγάλα τερατάκια. Ας τα θυμούνται αυτά οι έχοντες σήμερα δημόσιο λόγο – και άρα και δύναμη να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν συνειδήσεις και ιδεολογίες – που πιο φασιστικά από τους φασίστες υποκαθιστούν το Σύνταγμα και τους νόμους και απαιτούν φυλακές, ικριώματα και ξύλο σε δημόσια θέα για τον Κασιδιάρη, και ας κοιτάξουν τον καθρέφτη τους για μια φορά για να αναρωτηθούν αν έκοψαν τη ρίζα ή την πότισαν με προβολές στην τηλεόραση και clicks στα sites .

Και μετά ας του δώσουν μια για να τον σπάσουν – δεν τον κοιτάμε και ποτέ αυτόν τον καθρέφτη σε αυτή τη χώρα!