Το παρακάτω ποίημα στάλθηκε στο email μας από μια αναγνώστρια και αποτελεί απάντηση στο ποίημα του Τάσου Ξύδη “Μη φεύγετε ακόμα φίλοι μου!”.
Άμα δεν το έχεις διαβάσει ακόμα, πάτα εδώ.
Η αναγνώστρια επέλεξε να παραμείνει ανώνυμη.
(Άνευ λόγου- πιστεύω να μη βγει Ξ(υ)νό :) )
Έγινες στάχτη.
Εκεί που άλλοτε άφηνες
μια μαργαρίτα που φοβόσουν να μαδήσεις,
(μόνο μετρούσες τα πέταλα ένα-ένα,
το «Μ’ αγαπά» του τελευταίου από πριν να εξασφαλίσεις)
τώρα βλέπεις βιαστικά να φεύγει ένα σπουργίτι,
προσπαθώντας να σκουπίσει
την καπνιά απ’ τα φτερά του.
Έγινες στάχτη.
(Φοβήθηκες πώς χρήσιμος δεν είσαι για κανέναν;)
Κι όμως ξέρω
έναν βασιλικό,
δυο κρίνα
κι έναν δυόσμο,
που θα ‘διναν τα πάντα
να ξαπόσταινες στον ίσκιο τους.
Έγινες στάχτη.
(Λυπήθηκες που έσβησες;)
Μα απ’ τα ξερόχορτα
και το Λιβάνι
η ίδια στάχτη μένει.
(Ποιος ήταν άραγε, εσένα, ο καπνός σου;)
Τη τσουκνίδα, λένε,
πώς για να μην πονέσεις,
δεν πρέπει τρυφερά να την αγγίξεις.
Μόνο σφιχτά πρέπει να την κρατήσεις,
μ’ όση δύναμη χωράει στη μικρή σου χούφτα.
(Λες να μοιάζει με τσουκνίδα η Αγάπη;
Μήπως δεν πονά, εκείνος που
μ’ όλη του τη δύναμη αγαπάει;
Ή μήπως πιότερο είναι που πονά
εκείνος απ’ τους άλλους;)
Πήρες χώμα, γράφεις, πήρες φως,
τον εαυτό σου απ’ την αρχή να στήσεις.
Κι όταν γυρέψεις λίγο κόκκινο να βάψεις την καρδιά σου,
ξέχνα το ηλιοβασίλεμα και τα ποιήματά του,
τις παπαρούνες να αρνηθείς, (ναζιάρικα να ξέρεις θα κοιτάνε),
κι από αδελφού σου την καρδιά, σταγόνα μη ζητήσεις.
Αγνάντεψε τον ουρανό,
χαμήλωσε τα μάτια,
το Αίμα που θα χρειαστείς Ένας μονάχα το ‘χει.
Προχώρα κι άλλο -όσο βαστάς- μέχρι να δεις καμπαναριό,
σταμάτα τότε και ξεσκόνισε τα ρούχα σου απ’ τον δρόμο,
πλύνε τα χέρια σου καλά και κράτα την καρδιά σου,
ανέβα στο καμπαναριό και εκεί θα δεις φωλίτσα,
φτιαγμένη από γαρύφαλλο, θυμάρι κι ηλιαχτίδες.
(«Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος
τήν πλευράν Σου Λόγε…»).
Ας την εκεί και πριν ξανά φωνάξει ο δρόμος τ’ όνομά σου
Σκαρφάλωσε και θα τη βρεις παλλόμενη να καίει…
(Δεν θα σε συμβουλεύσω να μην τη ξεχάσεις, μου φαίνεται αδύνατο να κάνεις κάτι τέτοιο.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς ζούνε μερικοί μακριά απ’ τις καρδιές τους).
Συγχώρεσέ με φίλε μου άμα σε κούρασα, ένα μονάχα θέλω ακόμη να σου πω για τα δάκρυα εκείνα που φυλάς στο σπίτι σου,
μη φοβηθείς, όσο κι αν τα χρειάζομαι κανένα δεν θα σου ζητήσω. Θυμήθηκα όμως άθελά μου τον Αριστοτέλη,
που έγραψε πώς τα τζιτζίκια τρέφονται μοναχά με τη δροσιά, που αφήνει αθόρυβα η νύχτα με το πέπλο της στους κορμούς των δέντρων…
Λοιπόν,
αν είσαι, φίλε ραψωδέ,
και συ μικρό τζιτζίκι,
τα δάκρυα άμα τα κρατάς γιατί η δροσιά σε θρέφει,
σε θερμοπαρακαλώ μην τα κρατήσεις άλλο.
Δεν φτάνουν το αντίτιμο καμίας Σωτηρίας.
Παρ’ τα και τρέχα και σαν δεις
Λευίτη ακτινοβόλο
μες στη παλάμη ευλαβικά πες του να τα χωρέσει
κάτω απ’ το πετραχήλι του είναι η δικιά τους θέση.
Μάλλον σε παρεξήγησα όμως καλέ μου φίλε. Αν ήθελες τα δάκρυα για τη δροσιά τους μόνο,
η κάψα σου θα τα ‘κανε ένα με τον αιθέρα, μα αυτά που ευλαβικά κρατάς λες είναι παγωμένα…
Αφού λοιπόν τα ασπάζεσαι, το ένα να επιστρέψεις.
(Βάρος δεν ειν’ τα δάκρυα, αλλά η έλλειψή τους).
Το άλλο κράτα το εσύ, και καν’ το κομποσχοίνι.
Περίσσεψε πράγματι στον κόσμο ο πόνος,
κι αφού ακούς να συλλαβίζει τ’ όνομά σου,
κι αφού όρκο θα δώσεις να τον αναπαύεις,
τα δάκρυα προσπάθησε μην κρύβεις σε συρτάρι
θα πλημμυρίσει πριν το καταλάβεις το δωμάτιό σου.
Παρ’ τα και
γλυκοφίλα τα
βαλ’ τα στο κομποσχοίνι
κι όταν μακρύνει αρκετά
καν’ το μια ανεμόσκαλα
δεσ’ τη σε κάποιο αστέρι
(εκείνο που σου έδειξε πρώτη η Μοναξιά σου)
σκαλί-σκαλί ανέβα τη,
είναι μακρύς για τον Ουρανό ο δρόμος…
Και τώρα…
που ακόμα είσαι στάχτη,
που ακόμα είσαι κάρβουνο,
θυμήσου:
ο ίδιος άνθρακας κάνει κάρβουνα και διαμάντια.
Τα δεύτερα λάμπουν γιατί
στης γης τη πιο σφιχτή αγκαλιά ‘μείναν για παραπάνω.
Τις στάχτες σου
απ’ το κρύσταλλο
μια Αγκαλιά χωρίζει.
