Εικονογράφηση: Γλυκερία Παπαδοπούλου


Περιεχόμενα

  1. Εισαγωγή
  2. Κατανάλωση χωρίς χορτασμό
  3. Social media που απομονώνουν
  4. Τεχνητή Νοημοσύνη που χαζεύει
  5. Η αντίσταση

 

Όταν ήμουν στο δημοτικό, μου είχε κάνει θυμάμαι, τρομερή εντύπωση το παραμύθι του βασιλιά που δεν μπορούσε να φάει. Του φέρνανε τους καλύτερους μάγειρες και τα πιο ωραία φαγητά, όμως αυτός απλώς δεν μπορούσε να τα φάει. Του είχε κοπεί η όρεξη. Ώσπου βρέθηκε ένας ταπεινός και σοφός φούρναρης που ανέλαβε – με κίνδυνο της ζωής του, όπως συνηθίζεται στα παραμύθια – να του λύσει το πρόβλημα. Έτσι, ο φούρναρης έβαλε τον βασιλιά να θερίσει, να ζυμώσει και να ψήσει το ψωμί του. Τον υπέβαλε στον μόχθο και έτσι ο βασιλιάς ξαναβρήκε την όρεξή του και έφαγε ευχάριστα το ψωμί που είχε φτιάξει ο ίδιος με τα χέρια του.

Το δίδαγμα της ιστορίας είναι αρκετά βαθύ και μη μας κάνει εντύπωση που προκαλεί το ενδιαφέρον και των μικρών παιδιών, καθώς είναι ικανά μέσα από αυτές τις ιστορίες να καταλάβουν, σε ασυνείδητο επίπεδο κυρίως, τη σοφία που έχει συγκεντρωθεί και συνοψισθεί σε αυτές τις ιστορίες. Η συνοψισμένη αλήθεια που περιέχει η ιστορία είναι ότι η ευκολία, η απόλυτη πρόσβαση σε όλα, ανεξαρτήτως χώρου και χρόνου, η ανώδυνη εκπλήρωση κάθε επιθυμίας μας, φέρνει ανορεξία και κατάθλιψη. Κάπως έτσι θα χαρακτήριζα τον ψηφιακό άνθρωπο που διαμορφώνεται σιγά-σιγά. Ανορεκτικό. Ακόμη και από τη φατσοκοπτική των σημερινών – κυρίως νέων – ανθρώπων, διακρίνουμε ένα μπλαζέ, αγελαδινό βλέμμα που μαρτυρά αυτό το “τα έχω δει όλα, τα έχω βαρεθεί όλα”. 

Ο ψηφιακός κόσμος υποσχόταν επικοινωνία, πληροφορία, διασκέδαση, ισότητα και πρόσβαση σε οτιδήποτε επιθυμούμε, όποτε το επιθυμούμε. Και ενώ στα χαρτιά φαίνεται να εκπλήρωσε τις υποσχέσεις του, σήμερα γινόμαστε μάρτυρες μιας κατάστασης που δείχνει ένα οδυνηρό backfire. Καταναλώνουμε χωρίς να χορταίνουμε, διασκεδάζουμε και καταλήγουμε πάλι στην πλήξη, τα social media μάς αποξενώνουν, την πληροφορία αδυνατούμε να την κάνουμε γνώση, η τεχνητή νοημοσύνη απλώς μας βοηθά να μη σκεφτόμαστε παρά να ανέβει επίπεδο η σκέψη μας, η αλήθεια και καθετί χρήσιμο χάνονται σε μια θάλασσα από ασυναρτησίες και σκουπίδια. 

Το ότι έχει προκύψει σοβαρό πρόβλημα φανερώνεται και στην αυξημένη ζήτηση ψηφιακής αυτοβοήθειας και προστασίας όπως και στους νόμους που εφαρμόζονται ανα κράτη π.χ. για τον περιορισμό των κινητών σε σχολεία. Ο κόσμος θέλει πλέον να βρει τρόπους να διαχειριστεί καλύτερα την τεχνολογία. Άλλο που, κατά τη γνώμη μου, οποιαδήποτε τεχνική και κόλπο δεν μπορεί να δώσει κάποια επαρκή απάντηση. Ο λόγος είναι ότι το πρόβλημα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο φάσμα προβλημάτων, πολύ μεγαλύτερων και πολύ πιο κρίσιμων, όπως θα δούμε.

Καλό θα ήταν βέβαια να ξεκαθαριστεί κάτι εξαρχής. Δεχόμαστε προφανώς την πληθώρα θετικών στοιχείων του σύγχρονου ψηφιακού κόσμου. Κανείς δεν είχε όρεξη να πηγαίνει μέχρι τα ΚΕΠ, παραλαμβάνουμε όλοι που και που το φαγητό στην πόρτα μας, εκτιμούμε τις στιγμές επικοινωνίας με τους δικούς μας ανθρώπους από οποιαδήποτε σημείο του πλανήτη και απολαμβάνουμε ταινίες, μουσική και άλλα από την πολυθρόνα μας. Το κείμενο δεν στοχεύει στο να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία. Αν πίστευα ότι η τεχνολογία είναι κάτι κακό, δεν θα είχα επιλέξει το επάγγελμα της πληροφορικής. ΌΜΩΣ, θεωρώ ότι βρισκόμαστε σε μια φάση, που πρέπει να στοχαστούμε σοβαρά πάνω στο ζήτημα. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται, ούτε οι φράσεις του τύπου “εξαρτάται τι χρήση θα κάνεις” είναι και πολύ κατατοπιστικές. Οπότε μην αναμένει ο αναγνώστης disclaimer σε κάθε θέμα που θα πιάνω να αναφέρω ρητά τα αντίστοιχα θετικά. Αυτό θεωρείται αυτονόητο. 

Τέλος, το παρόν κείμενο αποτελεί σύνοψη τριετούς έρευνας και ενασχόλησης, καθώς και προσωπικών προβληματισμών και εμπειριών (οπότε δεν αναλύω όλα τα παρακάτω παίζοντάς το, υπεράνω). Είναι η σούμα των προβληματισμών ενός εικοσιτριαχρονου που μεγάλωσε μέσα στην τεχνολογία και θέλει ό,τι ήθελε και ο βασιλιάς του παραμυθιού: να μην χαθεί η όρεξη για ζωή μέσα στην ευκολία της οθόνης.

Κατανάλωση χωρίς χορτασμό

Όταν ο Νιλ Πόστμαν έγραφε το βιβλίο “Διασκέδαση μέχρι θανάτου” και προειδοποιούσε για τους κινδύνους, είχε υπόψην του την τηλεόραση. Αν ζούσε σήμερα, δεν πιστεύω ότι θα έμπαινε στον κόπο να γράψει κάτι, γιατί εδώ δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε ένα βίντεο αν δεν παίζει subway surfers δίπλα, πόσο μάλλον ένα βιβλίο. 

Έχουμε πλέον ένα σωρό πλατφόρμες για διασκέδαση και κατανάλωση περιεχομένου. Από το YouTube και το TikTok, μέχρι το Netflix και το Spotify, καταναλώνουμε καθημερινά και διαρκώς περιεχόμενο. Καταναλώνουμε όμως και στα κλασικά social media (Instagram, Facebook) περιεχόμενο πλέον, πέρα από την επικοινωνία που ήταν ο αρχικός σκοπός τους. Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι απλώς η κατανάλωση, γιατί μπορείς να βρεις πραγματικά πολύ ωραία και χρήσιμα βίντεο, ταινίες, μουσικές κτλ σε αυτές τις πλατφόρμες. Αυτό που πραγματικά περιπλέκει τα πράγματα είναι ο εθισμός. Λίγο-πολύ όλοι αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στο πώς χρησιμοποιούμε αυτές τις πλατφόρμες και αυτό φαίνεται από το ότι κανένας δεν είναι ικανοποιημένος από το πόσο τις χρησιμοποιεί. Όλοι θα ήθελαν να τις χρησιμοποιούν λιγότερο και πιο στοχευμένα.

Η δυσκολία που αντιμετωπίζουμε με τον εθισμό στο κινητό δεν είναι καθόλου τυχαία. Όλες οι παραπάνω πλατφόρμες διεκδικούν το νόμισμα της οικονομίας του διαδικτύου: την προσοχή μας. Στην οικονομία της προσοχής, όπως την ονομάζουμε, η προσοχή είναι αυτή που μετατρέπεται σε κέρδος για τις πλατφόρμες (μέσω των διαφημίσεων), και πάνω στην αιχμαλωσία της προσοχής του χρήστη ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Έτσι, επιστρατεύουν εδώ και χρόνια προγραμματιστές που χρησιμοποιούν τρόπους (που χρησιμοποιούνται και στα καζίνο) ώστε οι εφαρμογές να γίνονται … εθιστικές (3). Το ατέλειωτο σκρολάρισμα, η ανανέωση του feed που μοιάζει με ψηφιακό “κουλοχέρη”,  οι μεταβλητές ανταμοιβές (μια στο τόσο, ανάμεσα στα σκουπίδια, σου πετάει κάτι ενδιαφέρον), τα notifications ώστε να νομίζεις ότι έχασες κάτι, η αυτόματη αναπαραγωγή του επόμενου επεισοδίου ώστε να μη χρειαστεί ούτε να κουνηθείς, τα streaks του snapchat ώστε να είσαι συνεπής στην εφαρμογή, όλα αυτά φτιάχτηκαν για αυτόν τον σκοπό. Για να μην πιάσω τα likes, τα views ή τα comments και γίνω γραφικός. Δεν είναι λοιπόν, θέμα απλώς θέλησης ή όπως λένε συχνά όσοι κάνουν μπάφο “όποτε θέλω, το κόβω”. Μιλάμε για νευρο-χημικές δράσεις και ντοπαμίνη.  Η ντοπαμίνη είναι η χημική ουσία του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ανταμοιβή και το κίνητρο και συνδέεται άμεσα με τον εθισμό στο κινητό. Οπότε μην γινόμαστε αφελείς. Το αποτέλεσμα είναι να γινόμαστε σιγά-σιγά πρεζάκια ντοπαμίνης με αποδυναμωμένη θέληση. Όλοι μπορούμε να διαπιστώσουμε πόσο δύσκολο είναι πλέον να συγκεντρωθούμε, να κάνουμε χρονοβόρες εργασίες και να αντέξουμε την βαρεμάρα ή την ησυχία. Προπονούμαστε καθημερινά προς την αντίθετη κατεύθυνση.  

Πρέπει να κατανοήσουμε την σημαντικότητα αυτού του “χαζέματος” που λέμε. «Η προσοχή είναι κάτι σαν το κέντρο της πνευματικής και συναισθηματικής μας ζωής: δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική εργασία ή δημιουργικότητα χωρίς προσοχή, χωρίς δηλαδή την ικανότητα επαρκούς και διαρκούς εστίασης του ενδιαφέροντός μας» (1). Κατακερματιζοντας την προσοχή μας, κατακερματίζεται ο εαυτός μας.  Αδυνατούμε να συγκεντρωθουμε σε ένα πράγμα, να εμβαθύνουμε σε κάτι ή να ολοκληρώσουμε έναν συλλογισμό. Εν μέρει αυτός είναι ένας λόγος που πάσχουμε όλοι από overthinking, δεν ξέρουμε πώς να εμβαθύνουμε τη σκέψη μας και την αφήνουμε να λουπάρει. Η εσωτερική αυτή ανοργανωσιά δημιουργεί πρόβλημα συγκρότησης και λειτουργικότητας σε μία ευρεία γκάμα σημαντικών πτυχών της ζωής μας. Για αρχή ας δούμε το εξής παράδοξο στον εργασιακό τομέα: επειδή ο κόσμος γίνεται όλο και πιο σύνθετος, απαιτούνται στις εργασίες άνθρωποι που μπορούν να σκεφτούν σύνθετα. Ταυτόχρονα με αυτή τη ζήτηση σε εργασιακό επίπεδο, παρατηρείται κάθετη “πτώση” της προσφοράς ανθρώπων που είναι ικανοί για κάτι τέτοιο. Αυτή η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ίσως ξεχωρίσει σημαντικά αυτούς που προστατεύουν τον εαυτό τους από τις συνέπειες της ψηφιακής κατανάλωσης. Αλλά δεν είναι μόνο η εργασία, είναι και η επικοινωνία με τον άλλον. Είμαστε ανίκανοι να προσέξουμε τον άλλον, να τον ακούσουμε, να σχετιστούμε μαζί του. Ακόμα και η ικανότητά μας να προσευχόμαστε έχει μειωθεί, μια τόσο σημαντική υπαρξιακή πράξη.  Δεν ευθύνεται φυσικά, για όλα τα παραπάνω αποκλειστικά το κινητό και οι εφαρμογές. Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Επιπλέον, προκύπτει το πρόβλημα της ανταμοιβής όπως την συνηθίζουμε. Η ζωή δεν είναι video game που μας επιβραβεύει αμέσως για κάθε βήμα προς την πρόοδο. Τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή θέλουν χρόνο, διαρκή προσπάθεια και δεν συνοδεύονται από μουσική υπόκρουση ή δωράκια προόδου. Eίτε μιλάμε για σπουδές (4-5 χρόνια), είτε για ένα επάγγελμα, είτε για τη δημιουργία οικογένειας, είτε ακόμα και για την αλλαγή του εαυτού μας, χρειάζεται πραγματικός μόχθος και υπομονή. Για πολλά κατηγορούν την Gen Z, αλλά αν σε ένα έχουν δίκιο, είναι ότι δεν έχουμε υπομονή.

Ύστερα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το φαινόμενο της δυσανεξίας μας στην ησυχία. Μου αρέσει πολύ το μουσικό κομμάτι “Car Radio” των Twenty One Pilots καθώς αναφέρεται ακριβώς σε αυτό. Δεν έχουμε πλέον κανένα χρόνο ησυχίας μέσα στην καθημερινότητά μας. Έναν χρόνο που θα προσφερόταν για στοχασμό, ενδοσκόπηση ή και βαρεμάρα. Η βαρεμάρα άλλωστε είναι η συνθήκη που ωθεί τον άνθρωπο στην δημιουργικότητα. «Ο στίχος του Χαριτάτου “τα μεσημέρια, τα καλοκαίρια, έπεφταν όλοι να κοιμηθούν” ανακινεί μνήμες παιδικής βαρεμάρας, όταν έπρεπε να βρούμε να κάνουμε κάτι που να μην περιλαμβάνει φωνές και θόρυβο. Σιγά σιγά το ταλέντο της ευφυούς παιδευτικής χρήσης της βαρεμάρας εκλείπει: τα παιδιά πρέπει να ζουν διαρκώς με ένταση προσοχής, όπως την προσφέρει ο κόσμος της οθόνης. Η παγίδα αυτής της προσπάθειας είναι ότι αυτό οδηγεί στη μεγαλύτερη πλήξη, στη βασίλισσα της πλήξης, που είναι η βαθύτερη αίσθηση ότι τίποτα δεν συγκινεί. Έχουμε χρόνιο υπερερεθισμό και μαζί έλλειμμα προσοχής»(1).

Το συμπέρασμά μου, για αυτή την υπερκατανάλωση περιεχομένου δεν είναι πολύ κολακευτικό. Πιστεύω ότι έχουμε γίνει θεατές της ζωής, παρά συμμετέχοντες. Βλέπουμε άλλους να κάνουν ταξίδια, άλλους να κάνουν το lifestyle που ονειρευόμαστε, άλλους να κάνουν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, άλλους να περνάνε ωραία σε ένα παρτι, άλλους να αθλούνται και … άλλους να κάνουν σεξ. Το πρόβλημα της πορνογραφίας δε θα το πιάσουμε επι του παρόντος αλλά είναι αντιπροσωπευτικό αυτού του προβλήματος. Πολλοί άνδρες δυσκολεύονται να συναναστραφούν με μια νορμάλ κοπέλα καθώς πάντοτε τους περιμένει ένας κόσμος με εικονικές γυναίκες που έχουν ακριβώς τα χαρακτηριστικά που θέλουν. Το αποτέλεσμα είναι να αδυνατεί ο σύγχρονος άνθρωπος να σχετιστεί με τον Άλλο και να καταλήγει ένα μίζερο αυτο-ερωτικό ον που βλέπει πορνό. 

Αυτού του είδους η παθητικότητα παρατηρείται και στα υπόλοιπα ζητήματα. Γινόμαστε παρατηρητές της ζωής όσο εξεικονιζόμαστε. Η κατανάλωση περιεχομένου περισσότερο μοιάζει πλέον με υπνοβασία παρά με διασκέδαση ή συμμετοχής στον κόσμο. Είναι ένας από τους λόγους που νιώθουμε τον χρόνο να επιταχύνεται, τον χώρο να καταργείται, τον εαυτό να κατακερματίζεται. Βρισκόμαστε διαρκώς σε υπερδιέγερση αλλά δεν είμαστε ποτέ πραγματικά παρόντες. Όλοι μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ζούμε… λιγότερο στην ψηφιακή εποχή. Γιατί ο ψηφιακός κόσμος «είναι ένας εξωτερικά βιωμένος κόσμος»(2).

Social Media που απομονώνουν

Για τα social media και τις παρενέργειές τους, έχουν γραφτεί πάρα πολλά και έχει γίνει λίγο τετριμμένο το θέμα. Ωστόσο θα επιχειρήσω να κάνω μια περίληψη των προβλημάτων με βάση τη δική μου ιεραρχία σημαντικότητας και θα αναφερθώ περισσότερο σε αυτά που εντοπίζω προσωπικά μέσα από την εμπειρία μου.

Το ζήτημα της ταυτότητας είναι καίριο και για αυτό θα ξεκινήσουμε με αυτό. Έχουμε έναν ενσώματο και έναν ψηφιακό εαυτό. Ο ενσώματος είναι αυτός που πραγματικά είμαστε και ο ψηφιακός αυτός που προβάλλουμε στα κοινωνικά δίκτυα. Ο ψηφιακός εαυτός, επειδή μεσολαβεί η δική μας επιμέλεια, είναι ένας εξιδανικευμένος εαυτός προφανώς. Αυτό το gap μεταξύ του ενσώματου και ψηφιακού εαυτού (γιατί δεν είμαστε τόσο τέλειοι όσο δείχνουμε) το βιώνουμε ως μια εσωτερική αντίφαση. Παλεύουμε να φανούμε αντάξιοι της βιτρίνας που εμείς φτιάξαμε. Ο τύπος που νοικιάζει ένα σούπερ καρ για να το μοστράρει στα social media ή η κοπελίτσα που επεξεργάζεται τις φωτογραφίες της για να αλλάξει το σώμα της, είναι τα κλασικά παραδείγματα μιας τέτοιας επιμέλειας βιτρίνας. Αν πάρουν και σημαντική κοινωνική επιβράβευση, στο τέλος ενδέχεται να πιστέψουν ότι είναι αυτό που δείχνουν. Ότι δηλαδή τύπος είναι το αμάξι του και η κοπέλα, το σώμα της και από αυτά θα αντλούν αυτοεκτίμηση. Ο καθένας συχνά, ταυτίζεται με αυτό που του αναγνωρίζουν οι άλλοι. Η ιστορία ξεκινάει από την πρώτη εμφάνιση των κοινωνικών δικτύων και την επανάσταση που έφερε το like, το comment κ.ο.κ. Το έχουμε ξεχάσει, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να δέχεται κοινωνική επιβράβευση από εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπους με κάτι τόσο απλό και εύκολο όσο ένα post. Αυτή η αλλαγή προκάλεσε σύγχυση και ανωμαλίες στον τρόπο που ο άνθρωπος βλέπει και εκτιμά τον εαυτό του ή και τους άλλους. Επιδείνωσε το ναρκισσισμό μας και τις ανασφάλειές μας (πάνε μαζί αυτά), καθώς και τη σύγχυση σχετικά με την ταυτότητά μας. 

Είναι επίσης πολύ ειρωνικό που το σύνθημα “να είσαι ο εαυτός σου” συνέπεσε με την εποχή των social media και την ομογενοποίηση όλων μας. Κάνουμε τα ίδια πράγματα, ακούμε τα ίδια πράγματα, βλέπουμε τα ίδια πράγματα, ντυνόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Το διαδίκτυο γενικότερα, έπαιξε κομβικό ρόλο σε αυτό, μέσω των αλγορίθμων, του virality και των υπολοίπων. Αντί αυτή η ομογενοποίηση όμως, να μας συνδέει κάπως, μας απομακρύνει γιατί σπάνια βρίσκουμε στον άλλον κάτι ιδιαίτερο να ανακαλύψουμε αφού… είμαστε σχεδόν όλοι ίδιοι. Την ίδια ώρα που διαμαρτυρόμαστε ότι δεν αναγνωρίζουν την μοναδικότητά μας, εμείς προσπαθούμε διακαώς να μοιάσουμε στους άλλους. Ο λόγος είναι ότι στην πραγματικότητα θέλουμε να γίνουμε ο εαυτός μας για να μας αναγνωρίσουν οι άλλοι, το οποίο είναι εντελώς αντιφατικό. Ακόμα και κάποιος που προσπαθεί να το παίξει εκκεντρικός στα κοινωνικά δίκτυα (“δεν με νοιάζει και πολύ κιόλας”), καταλήγει πλήρως κοινότοπος. Δεν θέτει στον εαυτό του την ερώτηση: γιατί θέλω να δείξω την εκκεντρικότητά μου στα κοινωνικά δίκτυα;

Το κέντρο των παραπάνω φαινομένων είναι η επιθυμία του ανθρώπου για κοινωνική αναγνώριση. Τα social media έχουν γίνει μια αρένα που όλοι παλεύουν για αυτό το στάτους – εξού και η επιδίωξη της αύξησης των followers. Το κύρος όμως, για να αποκτηθεί και να συντηρηθεί στον ψηφιακό κόσμο απαιτεί την έκθεση του ψηφιακού υποκειμένου. Οι αλγόριθμοι ευνοούν την υπερέκθεση, ο κόσμος θέλει να κοιτάξει μέσα από την κλειδαρότρυπα και έτσι αυξάνεται το engagement. Για αυτόν τον λόγο βλέπουμε με πόση ευκολία ο καθένας δείχνει, σε χιλιάδες άγνωστους συχνά, που βγαίνει, τι τρώει, με ποια ή ποιον βγαίνει κτλ. Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε σε αυτή τη κουβέντα τους πρωταθλητές της ψηφιακής ζωής, τους influencers που έχουν κάνει επάγγελμα αυτή την υπερέκθεση. Δεν έχει σημασία αν πρέπει να εκθέσουν προσωπική ζωή, σώμα ή ψυχή, το ζήτημα είναι να κατακτηθεί το πολυπόθητο τρόπαιο του στάτους. «Στη σύγχρονη εν πολλοίς πορνογραφική κοινωνία της επίδειξης του απόκρυφου, όποιος δεν εκτίθεται, απλώς δεν υπάρχει» (5). Η μυστικότητα για κάποια ζητήματα της προσωπικής μας ζωής, είναι ένδειξη στοιχειώδους αυτοσεβασμού. Η αφελής αυτή έκθεση του βίου, που δεν αφήνει τίποτα μύχιο, αδειάζει τον άνθρωπο και τον αφήνει στο τέλος κενό.

Η επικοινωνία, που είναι η βασική υπηρεσία των κοινωνικών δικτύων, έχει επίσης λάβει προβληματικές διαστάσεις. Η διαρκής συνδεσιμότητα με όλους, συμβαίνει ταυτόχρονα με την επιδημία της μοναξιάς. Γιατί; Σίγουρα παίζει ρόλο η ψηφιοποίησή μας και το γεγονός ότι επικοινωνούμε περισσότερο διαδικτυακά παρά στην πραγματική ζωή. Κλισέ, αλλά ισχύει. Πιστεύω ωστόσο, ότι συμβάλλει σε αυτό και η stateless ζωή που ζούμε. Με την έλευση του ίντερνετ έχουν καταργηθεί τα σαφή όρια μεταξύ των ενεργειών μας σε καθημερινή βάση. Δουλεύουμε και ακούμε μουσική, τρώμε και βλέπουμε βίντεο, καθόμαστε μόνοι μας και μιλάμε με μηνύματα με τρία άτομα ταυτόχρονα. Το κάνουμε τόσο πολύ, που υποκρινόμαστε ότι το multitasking είναι η ύψιστη αρετή του 21ου αιώνα ενώ πρόκειται καθαρά για πρόβλημα. Δεν υπάρχει ξεχωριστός χρόνος μοναχικότητας και χρόνος παρέας ή συντροφικότητας. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα από τα δύο ατόφιο. Όταν είμαστε διαρκώς συνδεδεμένοι και διαθέσιμοι, δεν απουσιάζει ο άλλος ποτέ, και αδυνατούμε να υποδεχτούμε την εμφάνισή του με εκτίμηση. Επίσης, στερούμε από τον εαυτό μας οποιαδήποτε ώρα μόνωσης που θα μπορούσε να λειτουργήσει γόνιμα, αφού είμαστε πάντα online.

Είναι ενδιαφέρον να δούμε το φαινόμενο ragebait. Ragebait είναι η σκόπιμη δημιουργία ή διατύπωση περιεχομένου με τρόπο που προκαλεί θυμό, αγανάκτηση ή έντονη συναισθηματική αντίδραση, με στόχο την αύξηση της προσοχής, της αλληλεπίδρασης και της διάδοσης. Με την εξεικόνισή μας, έχουμε απομακρυνθεί από τη φυσιολογική μας αλληλεπίδραση με την πραγματικότητα και τον κόσμο. Ο ψηφιακός κόσμος είναι εξ ολοκλήρου οπτικός και ακουστικός, οπότε υποβαθμίστηκε η αίσθηση της αφής για παράδειγμα – παρότι αποτελεί την πιο ανεπτυγμένη αίσθηση του ανθρώπου. Έτσι, αυξάνεται η αίσθηση αποσύνδεσής από τον κόσμο και έχουμε ανάγκη έντονης συναισθηματικής φόρτισης εντός του ψηφιακού κόσμου για να καλύψουμε το κενό.  Αυτός είναι ένας λόγος που όπως αναφέρει ο Τάσης, ευθύνεται για το πλεόνασμα αρνητικών σχολίων αντί θετικών στα social media. Όλοι μας έχουμε διαπιστώσει, πόσο συχνά μας εμφανίζονται βίντεο που αντικειμενικός σκοπός του δημιουργού τους, είναι να μας θυμώσουν (η τέχνη του ragebait τελειοποιήθηκε από τον Κονίλο όταν ξεκίνησε το trap). Τολμώ να πω ότι υπάρχει “βιομηχανία” του ragebait. Φυσικά, οι αλγόριθμοι “ανεβάζουν” το περιεχόμενο που είναι ragebait ή δημιουργούν πόλωση προκειμένου να αυξήσουν το engagement και οι δημιουργοί αυτών των βίντεο κερδίζουν σε ορατότητα. Όλοι “κερδίζουν”, εκτός από αυτόν που θυμώνει.

Κανονικά, ονειρευόμασταν τα κοινωνικά δίκτυα ως έναν χώρο που θα μπορούμε να συζητάμε και να βγάζουμε συμπεράσματα για πολιτικά, κοινωνικά και άλλα ζητήματα και να κινούμαστε συλλογικά προς κάτι καλύτερο. Αντ’ αυτού γέμισαν με ιδεοληπτικές ομάδες που προωθούν την δική τους ατζέντα ο καθένας, φανατίζουν και τσακώνονται όλη μέρα.  Φυσικά οι αλγόριθμοι ευνοούν τέτοιου είδους πολώσεις. Οπότε αντί να μπαίνουμε στα social media και να διαβάζουμε διαλόγους ή προβληματισμούς, μπαίνουμε και διαβάζουμε ετοιματζήδικα αφηγήματα τα οποία υιοθετούμε ως πραγματικότητα (δικό μας φαουλ), ξεκατινιάσματα και φτηνές προσβολές ή ειρωνείες παρά σοβαρό διάλογο ή αντιπαράθεση με επιχειρήματα.   Πολύ πιο εύκολο είναι αυτό και απαιτεί χαμηλότερο γνωστικό φορτίο. Για τον λόγο αυτό, οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι ικανότατοι στο μπινελίκι, στο ξεστόμισμα έτοιμων φράσεων που τους πλασάρει η εκάστοτε ιδεολογία τους (“ακροδεξιοί”, “άπλυτοι”, “ψεκασμένοι”) και στην επίθεση στο ήθος του αντιπάλου που λένε στην ρητορική, αλλά παντελώς ανίκανοι στο να διατυπώσουν ένα επιχείρημα, να κατανοήσουν τον συλλογισμό του άλλου ή να τεκμηριώσουν οτιδήποτε λένε.  Τα αποτελέσματα είναι υποβάθμιση του πολιτικού λόγου και εξακολουθητική επιδεινούμενη πόλωση της κοινωνίας, οδηγώντας τα social media στα πιο χρήσιμα εργαλεία ιδεοληπτικών ομάδων.

Αναλύοντας όλα τα παραπάνω, είναι σοκαριστικό να διαπιστώνουμε πόσο απέχουν τα σύγχρονα social media από τον σκοπό για τον οποίο τα εφηύραμε. Να μας ενώνουν.

Τεχνητή Νοημοσύνη που χαζεύει

Απολαμβάνω στο έπακρο τις συζητήσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) ακόμα και στο πιο καφενειακό επίπεδο – προβληματισμοί, προβλέψεις, ανησυχίες, ενθουσιασμός, απομυθοποίηση, συνωμοσίες, λαγνεία νεωτερισμών. Έχει κάτι το ωραίο η συλλογική συμμετοχή όλων μας στην πορεία ανακαλύψεων και αλλαγών της ανθρωπότητας. Δεν συμφωνώ ότι μόνο ειδικοί πρέπει να μιλάνε για αυτά, γιατί και οι ειδικοί μπορεί να τυφλωθούν από τη στενή εξειδίκευσή τους και να μην δουν την μεγάλη εικόνα. 

Πολλές πτυχές της ΤΝ μπήκαν στο τραπέζι συζητήσεων και απασχολούν την κοινή γνώμη τα τελευταία χρόνια. Οι συζητήσεις εντάθηκαν μετά την κυκλοφορία του ChatGPT από την OpenAI τον Νοέμβριο του 2022. Ήταν η στιγμή που δόθηκε σε όλο τον κόσμο μια γεύση του νέου «θαύματος» της επιστήμης. Προέκυψαν διάφοροι προβληματισμοί από τότε: ηθικοί («έχει ηθική κρίση η ΤΝ;»), κοινωνικοί («θα μας πάρει τις δουλειές;»), ασφάλειας/ιδιωτικότητας («ποιός έχει πρόσβαση στα δεδομένα μου;»), πολιτισμικοί («η ΤΝ μπορεί να κάνει λετζίτ τέχνη;») και φιλοσοφικοί («πού πρέπει να μπουν τα όρια της ΤΝ;»).

Θα ξεκινήσω με αυτό που με απασχόλησε έντονα ως φοιτητή. Πριν από κάποιο καιρό βγήκε μια έρευνα του MIT Media Lab (6) η οποία έδειξε πως η χρήση ChatGPT μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό της σκέψης, της μνήμης και της δημιουργικότητας. Τα εγκεφαλογραφήματα των ανθρώπων που έγραψαν έκθεση με τη βοήθεια ΤΝ, έδειξαν εμφανώς την μειωμένη εγκεφαλική δραστηριότητα, τη μειωμένη ικανότητα να ανακαλέσουν πληροφορίες από την μνήμη τους και την έλλειψη προσωπικού στυλ στις εκθέσεις τους σε σχέση με αυτούς που δεν χρησιμοποίησαν. Η κατάχρηση της ΤΝ μπορεί να οδηγήσει στην ατροφία της μνήμης και αυτό δεν είναι κάτι απλό.

Όταν βασιζόμαστε διαρκώς στην ΤΝ για πληροφορίες, διατυπώσεις προτάσεων ή ερμηνείες, παύουμε να βασιζόμαστε στην μνήμη μας γιατί έχουμε την ψευδαίσθηση ότι “το ξέρουμε, αφού μπορούμε να το βρούμε ανα πάσα στιγμή”. Η πληροφορία έτσι δεν γίνεται ποτέ γνώση, αφού δεν την κάνουμε ποτέ κτήμα μας. Παρακάμπτουμε την γνωστική τριβή και ένταση, όπως το να ταλαιπωρηθούμε λίγο με το να σκεφτούμε μόνοι μας πώς ξεκινάμε ένα κείμενο, τι σημαίνει μια λέξη με βάση τη ρίζα, να προσπαθούμε να θυμηθούμε, να κάνουμε λάθη και να αναδομούμε πληροφορίες. Η επένδυση αυτή χτίζει μνήμη. Με τη χρήση της ΤΝ η επένδυση δεν υφίσταται ή είναι ελάχιστη άρα είναι σαν να λειτουργούμε μόνο με την RAM μας και ποτέ με τον σκληρό δίσκο.

Έχει προκύψει σοβαρό θέμα στην εκπαίδευση, καθώς οι μαθητές χρησιμοποιούν κατά κόρον ΤΝ για να λύνουν ασκήσεις, να γράφουν εκθέσεις και να κάνουν εργασίες. Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να κάνουν πολλά πλέον. Κάθε φορά πού βγαίνει ένα εργαλείο ΤΝ για τους εκπαιδευτικούς έτσι ώστε να πιάνει στα πράσα τους μαθητές που έγραψαν την εργασία με «βοήθεια», βγαίνει ένα άλλο εργαλείο ΤΝ που ξεγελά ακόμα πιο έξυπνα τα εργαλεία ελέγχου. Εντάξει, ούτε εγώ συμπάθησα ποτέ το homework αλλά δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πόσο καταστροφικό είναι να έχει ο μαθητής έναν «υπηρέτη» που του λύνει ό,τι βαριέται ή δυσκολεύεται να κάνει. Πώς θα εξασκήσει την σκέψη του; Πώς θα μάθει να πιέζεται να βρίσκει λύσεις χωρίς βοήθεια; Και μην περιμένει κανείς από ένα παιδί να μπορεί να διακρίνει το πώς η εύκολη λύση του τώρα, υπονομεύει την αυτονομία του και τις ικανότητές του στο μέλλον.

Το πρόβλημα αυτό μας φέρνει πάλι στο αρχικό παραμύθι: μήπως η πολλή ευκολία “σκοτώνει”; Oρθώς μπορεί να αντιτάξει κάποιος ότι πάντα η τεχνολογία έκανε τα πράγματα ευκολότερα. Όλη η πρόοδος στηρίζεται στην έμφυτη ροπή του ανθρώπου για διευκόλυνση. Για παράδειγμα, το ότι χρησιμοποιούμε σήμερα κομπιουτεράκι για τις πράξεις δεν μας έκανε να ξεχάσουμε μαθηματικά. Η απάντηση σε αυτό είναι η εξής: πρέπει να διακρίνουμε σε ποιους τομείς η δυσκολία είναι το ζητούμενο. Στην εκπαίδευση αυτό είναι εύκολα αναγνωρίσιμο. Παρόλο που έχουμε κομπιουτεράκια τα παιδιά ξεκινούν κάνοντας τις πράξεις με το χέρι για να μάθουν πρώτα. Το να “κλέβεις” στην εκπαίδευση ενός skill είναι σαν να πηγαίνεις με κλαρκ στο γυμναστήριο. Θα σηκώσεις πολλά βάρη εύκολα, αλλά δεν θα γυμναστείς εσύ, δεν θα φύγεις από το γυμναστήριο πιο δυνατός. Όταν δεν υπάρχει δυσκολία δεν υπάρχει ούτε μάθηση, ούτε εξέλιξη.

Το διαχρονικό ερώτημά μας είναι αν θα μας αντικαταστήσει η ΤΝ και αν θα σκέφτεται σαν εμάς. Μπορεί με την μελλοντική έλευση του AGI (Artificial General Intelligence) να περάσουμε σε αυτή τη φάση. H TN που γνωρίζουμε σήμερα είναι περισσότερο προσομοίωση – μίμηση πραγματικής νοημοσύνης παρά πραγματική νοημοσύνη. Το AGI είναι η επόμενη φάση και θα περάσουμε στην αυθεντική νοημοσύνη. Το ειρωνικό είναι ότι όπως παρατηρούμε, περισσότερο εμείς σκεφτόμαστε σαν μηχανές ή έχουμε ξεχάσει να σκεφτόμαστε σαν άνθρωποι. Δηλαδή, μεταφορικά, και να αποτύχει το project του AGI, η ΤΝ όπως την ξέρουμε τώρα θα είναι καλύτερη από εμάς σε μια δεκαετία αν συνεχίσουμε το διανοητικό ντεφορμάρισμά μας από την κατάχρηση της ΤΝ ή την κατανάλωση brainrot περιεχομένου στο tiktok.

Τέλος, αφήνω εδώ και έναν πολιτικό προβληματισμό. Όταν ο σύγχρονος άνθρωπος ενημερώνεται για πολιτικά ή ιστορικά γεγονότα μόνο από το ChatGPT, δε γίνεται η εφαρμογή το καλύτερο μέσο για αυτούς που θέλουν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη; Όλες οι εφαρμογές πλέον, από το Netflix, μέχρι τα Social Media και το ChatGPT ή προπαντός τη Google, γίνονται τα καλύτερα εργαλεία προπαγάνδας.

Η αντίσταση

Παρόλο που ήδη αψήφησα τους νόμους της αγοράς του διαδικτύου που αντιπαθεί τα εκτενή κείμενα, αν επεκτεινόμουν περαιτέρω σε εφαρμογές γνωριμιών ή fake news,  θα το παράκανα. Το σημαντικό θεωρώ είναι να στοχαζόμαστε πάνω στις πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας, να κάνουμε αυτό που έλεγε ο Τσιρόπουλος «αυτοψία της εποχής». Μπορεί να αποδειχθεί γόνιμο στην εργασία μας, στις σχέσεις μας, στην προστασία μας, στις επιλογές μας, στην διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου οράματος κα.

Ο ψηφιακός κόσμος αυτό που υπόσχεται είναι η ευκολία στην πρόσβαση. Μπορεί οι ζωές των χρηστών να είναι συχνά ανοργάνωτες, αλλά η ψηφιακή ζωή είναι πάντοτε τακτοποιημένη. Θέλεις να βρεις ταίρι, να ψωνίσεις, να ακούσεις, να δεις, να διαβάσεις, όλα είναι προσβάσιμα και εύκολα γρήγορα. Μόνο που όπως είδαμε, αυτή η υπερβολική ευκολία οδηγεί σε άνοια.

Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου είναι: μπορεί ο άνθρωπος να αντισταθεί στην ευκολία που προσφέρει ο σύγχρονος ψηφιακός κόσμος ώστε να ξαναβρεί τον εαυτό του και την κατεύθυνσή του; Η απάντηση είναι ναι, γιατί το έχει ξανακάνει. Θα φέρω το πιο πρόσφατο και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Η παχυσαρκία δεν είναι ιδιαίτερα παλιό πρόβλημα, προέκυψε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Ο λόγος είναι ότι για πρώτη φορά αποκτήσαμε πρόσβαση σε οποιαδήποτε τροφή θέλαμε, στην πόρτα μας, σε συνδυασμό με έναν καθιστικό τρόπο ζωής (αυτοκίνητο, καθιστική εργασία κτλ). Οι παππούδες μας που βίωσαν πείνα δεν θα μπορούσαν να φανταστούν έναν άνθρωπο να αντιστέκεται στο φαγητό, ενώ το έχει. Όταν είδαμε όμως να παχαίνουμε, να έχουμε προβλήματα υγείας, να μην μπορούμε να κάνουμε βασικές σωματικές εργασίες, είπαμε φτάνει. Βάλαμε την άσκηση και την διατροφή στην ζωή μας. Αντισταθήκαμε στην ευκολία.

Η σύγχρονη “παχυσαρκία” είναι η άνοια που φέρνει η ψηφιακή ζωή και την οποία αναλύσαμε παραπάνω. Επειδή βρισκόμαστε στην εποχή του ναρκισσισμού βέβαια, ήταν πιο εύκολο να αντιληφθούμε την κυριολεκτική παχυσαρκία και να την διορθώσουμε γιατί έβλαπτε την εικόνα μας. Ενώ το να έχεις χαζέψει από το πολύ σκρολ, δεν είναι άμεσο ορατό  – ίσως όμως να αρχίσει να γίνεται. Παρόλα αυτά, θεωρώ ότι θα βρούμε πάλι τον τρόπο, θα βρούμε την “διατροφή” και την “άσκηση” που απαιτείται στην εποχή του ίντερνετ, ώστε να παραμείνουμε υγιείς και να περιορίσουμε τις παρενέργειες.  

Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχει μια ανθούσα τάση ψηφιακής αυτοβοήθειας με βίντεο που προτρέπουν να κάνουμε detox ή να χρησιμοποιούμε εφαρμογές περιορισμού. Γενικά δε συμφωνώ με το πνεύμα γιατί δεν είναι η λύση απλώς να κόψουμε το κινητό και το σκρολαρισμα, πρέπει να βάλουμε κάτι ουσιώδες και νοηματοδοτημένο στη θέση τους. Στόχος δεν είναι να νιώθουμε καταπιεσμένοι,  αλλά ελεύθεροι. Όπως και με την παχυσαρκία το cheat ήταν να αγαπήσουμε την γυμναστική. Βέβαια, κάποιοι τρόποι περιορισμου μπορούν να βοηθήσουν εν μέρει, αλλά δεν είναι ένα τόσο απλό πρόβλημα που λύνεται με τρικς. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα που συζητάμε αφορά ένα πολύ ευρύτερο φάσμα κοινωνικών, πολιτικών, φιλοσοφικών και υπαρξιακών ζητημάτων. 

Από την κοινωνικο-πολιτική οπτική, βρισκόμαστε σε μια φάση κόπωσης (burnout) εφόσον ο καπιταλισμός έχει περάσει στη φάση αυτο-εκμετάλλευσης, ολοκληρωτικής και εξαναγκαστικής παγκοσμιοποίησης, πόλωσης, διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής από την έλλειψη κοινής πολιτιστικής ταυτότητας και οράματος και μια σειρά από άλλα προβλήματα που συνδέονται με την ψηφιακή ζωή. Η κόπωση που αναφέραμε για παράδειγμα, σχετίζεται στενά με την κατανάλωση περιεχομένου με χαμηλό γνωστικό φορτίο, η οποία προσφέρεται για τον εξουθενωμένο εργαζόμενο που θέλει με κάτι να περάσει το βράδυ του, μέχρι να πάει πάλι να εργαστεί. Η ομογενοποίηση που αναφέραμε πιο πάνω είναι μια έκφραση απλώς της παγκοσμιοποίησης. Η πόλωση ενθαρρύνεται σταθερά από την δυνατότητα να τσακωνόμαστε καθημερινά σε comments και forums και να βγάζουμε την αγανάκτησή μας σε βρισίδια στο ιντερνετ αντί με γόνιμη συμμετοχή στα κοινά στον πραγματικό κόσμο. Το βασικό όμως είναι ότι στερούμαστε συλλογικού οράματος, ο πολιτισμός μας πλέον δεν πηγαίνει προς κάπου, η κοινωνία δεν κατευθύνεται προς κάτι. Οπότε ας τσακωνόμαστε στα social, ας κάνουμε διάσημο όποιον είναι πιο καραγκιόζης και ας περνάμε τον χρόνο μας μεταξύ κακαρίσματος και βρεφικού θυμού.

Αλλά και από την φιλοσοφική-υπαρξιακή οπτική, πέρα από έλλειψη συλλογικού οράματος, έχουμε και έλλειψη ατομικού οράματος, κατεύθυνσης και σκοπού. Στην εποχή της «ηθικής του γούστου» και της υποκειμενικότητας δεν έχουμε σαφή κριτήρια με τα οποία μπορούμε να κρίνουμε τις πράξεις μας. Για αυτόν τον λόγο, είναι πολύ ασαφές το “εξαρτάται τι χρήση της τεχνολογίας κάνεις” που είναι σύνθημα πολλών. Αν η “καλή χρήση” θεωρείται το να κάνει μια κοπελίτσα OnlyFans και να βγάζει έναν σκασμό λεφτά από την έκθεση του σώματός της, μπορεί ο μετα-νεωτερικός άνθρωπος να το θεωρήσει καλή χρήση, αφού υλοποιεί το ύψιστο ιδανικό της εποχής της, να βγάλει λεφτά. Γενικά βιώνουμε μια απότομη ανθρωπολογική αλλαγή με την εξεικόνισή μας. Αλλοιώνεται η μνήμη μας, που είναι δομικό στοιχείο του ανθρώπου, γιατί από αυτή συγκροτείται η ταυτότητά μας και η σχέση μας με τον κόσμο. Είναι αυτό που λέμε ότι οι εμπειρίες μας, μάς καθορίζουν. Η μνήμη είναι αυτή που δίνει νόημα στα γεγονότα και δίνει μια αφηγηματικότητα στη ζωή μας. Το ίδιο με τη σκέψη μας, την εμπειρία μας και την σχέση μας με τον χρόνο. Όλα υπόκεινται σε τέτοιες μεταβολές που ο κίνδυνος να περάσουμε τη ζωή μας σε αυτόματο πιλότο είναι πραγματικός. 

 

“I wondered if the motto for our era should be: I tried to live, but I got distracted.” Johann Hari

 

Προσωπικά δεν σκέφτομαι το πρόβλημα ούτε με όρους μόνο πολιτικούς (πως θα ανατρέψουμε την ελιτ που δημιουργείται στην ψηφιακή εποχή), ούτε μόνο με  ατομικιστικούς (πώς θα το αντιμετωπίσω εγώ και ας πάει να πνιγεί ο κόσμος).  Οι μεν μεταφυσικοποιούν την πολιτική, νομίζοντας ότι θα βρουν την τέλεια αντι-συστημική συνταγή που θα λυτρώσει τον κόσμο. Αγνοούν ότι το σύστημα πάντοτε χρησιμοποιεί οτιδήποτε κυριαρχεί ώστε να εδραιωθεί μια νέα εξουσία, γιατί… έτσι λειτουργεί η πολιτική. Τον τσάρο τον διαδέχτηκε ο γραμματέας του κόμματος με ακόμη πιο δικτατορικά οράματα. Οι δε, μεταφυσικοποιούν το άτομο, αγνοώντας το γεγονός ότι είμαστε ένα ως άνθρωποι και δεν είναι γόνιμη μία “ατομική σωτηρία”. Οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τέτοιου είδους προβλήματα και συλλογικά.

Προτιμώ να σταθούμε στο βασικό, θεμελιώδες χαρακτηριστικό του homo distractus που διαμορφώνεται, ώστε να βρούμε από πού ξεκινάει η αντίσταση. Και αυτό είναι η έλλειψη πνευματικότητας. Όπως είχε πει ο Μπερνανός, η νεωτερικότητα «είναι μια παγκόσμια συνωμοσία εναντίον όλων των μορφών εσωτερικής ζωής». Την πνευματικότητα δεν την εννοούμε όπως την καταλαβαίνει ο σύγχρονος άνθρωπος, ως ένα κλείσιμο στον εαυτό. Η πραγματική πνευματικότητα είναι άνοιγμα. Η πνευματική ζωή είναι αυτό που σου επιτρέπει να συγκροτήσεις έναν εαυτό, να σχετιστείς αυθεντικά με τον Άλλο, να δράσεις μέσα στον κόσμο έντιμα και γόνιμα, να προσφέρεις στο σύνολο, να ζήσεις πραγματικά και να μην περάσεις το βίο σου απλώς ως ένα ευτυχισμένο ζώο που αρκείται στο να τρώει, να σκρολάρει και να κοιμάται. Δίνει ένα υπαρξιακό νόημα, μια κατεύθυνση, σε ό,τι απαρτίζει τη ζωή και έτσι τα ζει στο έπακρο. Με λίγα λόγια, ξανάρχεται η όρεξη για ζωή και διαρκώς αυξάνει.

Το shift προς μια εσωτερική ζωή φαίνεται ήδη από την στροφή πολλών στην πίστη όπως την μαζική στροφή εκατομμυρίων Αμερικανών στην Ορθοδοξία. Φαίνεται από την διαχρονική αγάπη των ανθρώπων για το βιβλίο καθώς τα βιβλιοπωλεία ακόμη γεμίζουν με κόσμο που επιθυμεί να σκέφτεται. Φαίνεται από την αυξανόμενη τάση των νέων για διαφυγή στη φύση και την ησυχία. Η προσευχή, το βιβλίο και η ησυχία είναι ό,τι πιο πρακτικό σε συνταγή αντίστασης διαθέτω για την εποχή της ψηφιακής ζωής.

Η αντίσταση λοιπόν, για μένα συνοψίζεται στην πνευματική ζωή. Πολλά φαινόμενα, πέραν του παρόντος, απαιτούν όλο και περισσότερο από εμάς να στρέψουμε επιτέλους το βλέμμα μας ψηλά και συνάμα εντός. Είναι η πιο επαναστατική πράξη στην μετα-νεωτερική εποχή.

 

 

Παραπομπές

  1. Social Media – Η ελευθερία να  μιλάς χωρίς να ακούγεσαι , Κωνσταντίνος Πουλής, Εκδ Gutenberg
  2. l homme démantelé – Κριστιάν Ντετόμπ
  3. Social Dilemma – Netflix Documentary
  4. Ψηφιακός ανθρωπισμός, Θεοφάνης Τάσης, Εκδ Αρμός
  5. Η κοινωνία της διαφάνειας, Χαν, Εκδ Opera
  6. Έρευνα του MIT Media Lab – “Your brain on ChatGPT” https://www.media.mit.edu/publications/your-brain-on-chatgpt/