Σημείωση: Το κείμενο αυτό αφιερώνεται σε όλους τους συνοδοιπόρους μου κατά την διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, αφού αυτή αποτέλεσε το έναυσμα για τον διάλογο με τις ιδέες που σκιαγραφούνται σε αυτό. Η πραγματική βιωματική κατανόησή τους ωστόσο εδώ απλώς ξεκινά και απαιτεί μιαν άλλη θητεία, αυτήν μιας ολόκληρης ζωής.


Καταμεσήμερο. Ο ήλιος βρισκόταν στο ζενίθ του και άπλωνε τις χρυσαφιές αχτίδες του στις τέσσερις πλευρές του ορίζοντα. Μια γέρικη μορφή ωστόσο επέμενε να οδοιπορεί βαστώντας αναμμένο το φανάρι της. Ο Διογένης, ρακένδυτος και ξυπόλυτος, τριγύριζε ανάμεσα στο πλήθος με τον λύχνο του στο χέρι και αναζητούσε. “Ξέρει κανείς να μου πει πού είναι ο δρόμος για την Κοινωνία; Ξέρει κανείς προς τα πού βρίσκεται η Ζωή;” έκραζε καταμεσής του κόσμου. Οι περισσότεροι δεν του έδιναν σημασία, απορροφημένοι καθώς ήταν κοιτώντας τις παλάμες τους. Οι λίγοι που, παραξενεμένοι από το παράδοξο θέαμα, τον ρωτούσαν τι κάνει μέρα μεσημέρι με το λυχνάρι του αναμμένο, μονάχα μια απάντηση έπαιρναν: “Άνθρωπον ζητώ!”. Έψαχνε τον άνθρωπο μέσα σε μια θάλασσα αυτονομημένων μονάδων. Έψαχνε την πραγματική σύνδεση μέσα στην ομίχλη της υποκρισίας. Έψαχνε μια κοινωνία σχέσεων στη νεκρική σιγή της αποξένωσης. Γύρω του έβλεπε άτομα δηλητηριασμένα από την μοναξιά, που παρότι βρίσκονταν κοντά μεταξύ τους, απείχαν χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο. Και παρόλο που μιλούσαν, δεν επικοινωνούσαν, έμεναν άλαλοι γιατί κουφαίνονταν από τους λογισμούς στο κεφάλι τους. Και έτσι πορευόταν ο κόσμος, πάνω σε παράλληλες ευθείες. Άνθρωποι γεννιούνταν και πέθαιναν δίχως για μια στιγμή να ζήσουν… Η απελπισία οδήγησε τον Διογένη μέχρι το μαντείο των Δελφών, όπου μήνυμα έλαβε από την ιέρεια να κατευθυνθεί προς την Πόλη με τις Επτά Πύλες -εκεί που ζουν οι Άνθρωποι. Να τος λοιπόν τώρα, στεκόμενος στο κατώφλι της πρώτης πύλης, που σκαλιστά ήταν χαραγμένη η λέξη Πίστη.

Διαβαίνοντας ο Διογένης την βαριά ξύλινη πύλη, αντίκρυσε εμπρός του ένα πανέμορφο ψηφιδωτό. Οι λαμπερές ψηφίδες του απεικόνιζαν τον έναστρο ουρανό. Στο κέντρο, καταλαμβάνοντας μεγάλη έκταση του τοίχου, βρισκόταν η Σελήνη και γύρω της διαφαίνονταν κάποιοι από τους πλανήτες. Ο γέρος φιλόσοφος βάλθηκε να την παρατηρεί στοχαστικά. Χαρακτηριστικό της Σελήνης είναι πως το φως της δεν της ανήκει, αλλά το δανείζεται από τον Ήλιο και σαν καθρέφτης το αντανακλά μέσα στη νύχτα. Κι ο άνθρωπος που πιστεύει στον εαυτό του όμως, με παρόμοιο τρόπο δεν λειτουργεί; Γνωρίζει πως έχει χαρίσματα, μα παράλληλα πιστεύει ακράδαντα πως ό,τι χαρίσματα έχει δεν του ανήκουν δικαιωματικά, αφού η ευθραυστότητα της εφήμερης ζωής του μπορεί να του τα στερήσει από στιγμή σε στιγμή. Κι όμως, αυτή η συνειδητοποίηση καθόλου δεν του στερεί από την αυτοπεποίθησή του, γιατί έχει επίγνωση ότι μετέχει ενεργά στη δωρεά. Μπορεί η Σελήνη να αντανακλά το φως του Ήλιου, μα το βράδυ εκείνη είναι που φωταγωγεί τα βήματα μας. Η πραγματική πίστη στον εαυτό επομένως πάει χέρι με χέρι με την ταπεινοφροσύνη. Μονάχα ο ταπεινός έχει το βλέμμα του ανοιχτό στις άπειρες δυνατότητες βελτίωσης του εαυτού του και δεν αυτοπεριορίζεται αλαζονικά σε μια φανταστική εκδοχή του. Με άλλα λόγια, πιστεύει πραγματικά στον εαυτό του αυτός ο οποίος κατανοεί όλα όσα δεν είναι και βλέπει όλα όσα θα μπορούσε να γίνει. Γιατί κάθε ανθρώπινο ον είναι ένα πλάσμα μοναδικό, εν δυνάμει άπειρων δυνατοτήτων. Και μονάχα υπό αυτήν την προοπτική τοποθετείται το πρωταρχικό θεμέλιο για κάθε ανθρώπινη σχέση. Ο βράχος εκείνος που γίνεται εφαλτήριο για τις εσώτερες εισόδους της ανθρώπινης ψυχής. Ο Διογένης κατάλαβε και προχώρησε προς την δεύτερη πύλη. 

Κι αυτή η πύλη είχε μια λέξη χαραγμένη: Καλοσύνη. Περνώντας την ο Διογένης βρέθηκε μπρος σε μία κρήνη μαρμάρινη με ανάγλυφο, από την οποία έτρεχε άφθονο κρυστάλλινο νερό. Το νερό δημιουργούσε ένα ρυάκι το οποίο συνέχιζε έξω από την πόλη, κατευθυνόταν προς τις φάρμες των ζώων, μετά πότιζε το έδαφος των καλλιεργειών και τέλος, μαζί με άλλα όμοια ρυάκια, κατέληγε στη θάλασσα. Ο φιλόσοφος κοίταξε το τρεχούμενο νερό. Όπως ανέβλυζε δροσερό από την πηγή, του έμοιαζε με έναν άνθρωπο που στη ζωή του δρα με καλοσύνη. Αυτόν που, δίχως να λογαριάζει τι κρατά για τον εαυτό του, στρέφεται εξ ολοκλήρου προς τα έξω και ανοίγεται πραγματικά στον άλλον άνθρωπο. Και μέσα από τις λέξεις και τις πράξεις του γίνεται ο ίδιος μια πηγή που ποτίζει την αφυδατωμένη ψυχή του διπλανού του. Αλήθεια, πόση ανάγκη έχει ο κόσμος να δροσιστεί με έναν καλό λόγο, να ξεδιψάσει από μια εκδήλωση αληθινού ενδιαφέροντος… Όπως και το νερό, κανείς δεν θα ξαναπεράσει δεύτερη φορά από το ρυάκι, οπότε ας μοιράσει όση καλοσύνη μπορεί, χωρίς να καθυστερεί. Και παρόλο που η πηγή προσφέρει απλόχερα τα κάλλη της στα διάφορα πλάσματα της φύσης, ποτέ δεν στερεύει, αφού ο κύκλος του νερού με πρόνοια την ανατροφοδοτεί μέσω των νεφών και των βροχοπτώσεων. Έτσι κι ο δίκαιος άνθρωπος, όσο κι αν δίνει ποτέ δεν ξεμένει, γιατί είναι νόμος κοινωνικός πως η καλοσύνη προσελκύει την καλοσύνη -και βαθιά μέσα σε όλους μας ακόμα υπάρχει κάπου κρυμμένη μια ανθρωπιά. Μα κι αν ακόμα η τύφλωση των ανθρώπων είναι τέτοια που αρνούνται να πορευθούν τον φυσικό δρόμο και σπάταλα ξοδεύουν το προσφερόμενο ύδωρ, πάλι ο δοτικός άνθρωπος δεν ζημιώνεται. Είναι η ίδια η πράξη της καλοσύνης που γίνεται η (ακούσια) ανταμοιβή του, αφού η ανιδιοτέλειά της του χαρίζει κάτι απέραντα πολυτιμότερο από οποιουδήποτε είδους αντάλλαγμα: Την αγνή ευγνωμοσύνη και εκείνο το παράδοξο αίσθημα ευχαριστίας που γεννάται από την προσφορά. Ο Διογένης κατάλαβε και συνέχισε τον δρόμο του.

Στην τρίτη πύλη ήταν σκαλισμένη η λέξη Θάρρος. Πίσω της βρισκόντουσαν παρατεταγμένοι αρκετοί χαμηλοτάβανοι ανεμόμυλοι. Το σημείο αυτό της πόλης βρισκόταν σε ύψωμα, έτσι που ο άνεμος να μπορεί να το χτυπά από κάθε κατεύθυνση και να κάνει τους πετρόχτιστους μύλους να περιστρέφονται με χάρη. Το βλέμμα του Διογένη μαγνήτισε η στροφική κίνηση των πάνινων φτερών τους και έτσι που τα κοιτούσε, δεν μπόρεσε παρά να συλλογιστεί τις αρχές της λειτουργίας τους. Εάν τα φτερά του μύλου έμεναν εντελώς ακίνητα και στιβαρά κόντρα στον αέρα, η ορμητική δύναμη του ανέμου θα τα ξέσκιζε, αχρηστεύοντάς τα. Όμοια, ο άνθρωπος που σε μια σύγκρουση επιμένει εμμονικά στην δική του οπτική και αρνείται να δείξει ευελιξία, συχνά καταλήγει να δέχεται τις επιπτώσεις της οργής και της βίας, είτε των άλλων είτε της δικής του. Εάν πάλι τα πανιά δεν παρουσίαζαν την παραμικρή αντίσταση στον αέρα και κινούνταν με μανία, αυτό ήταν σημάδι πως ο εσωτερικός μηχανισμός του μύλου είχε χαλάσει και η κίνηση δεν μεταδιδόταν ποτέ στο αλέτρι. Ανάλογα, ο άνθρωπος που στην ζωή του λείπει το θάρρος, προδίδει τον εσώτερο εαυτό του και αφήνεται να παρασυρθεί από τις ριπές των εκάστοτε δυσκολιών, κυριευμένος από τον καθηλωτικό φόβο. Προκειμένου να λειτουργήσει ο μύλος όπως προορίζεται, πρέπει τα φτερά του να ακολουθούν αβίαστα την ροή του ανέμου, χωρίς να παρασύρονται από αυτήν. Έτσι, αέρινα, κινείται τελικά στον κόσμο και ο θαρραλέος άνθρωπος. Δεν αποφεύγει τις συγκρούσεις, αλλά αρνείται να τις αντιμετωπίσει τόσο με το θράσος που οδηγεί στην βία όσο και με την δειλία που οδηγεί στην σιωπή. Η πραγματική ανδρεία πηγάζει από την ειλικρινή ενδοσκόπηση και την αναγνώριση αυτού του οποίου επιζητά κανείς αληθινά -πέρα από τα συναισθήματα της στιγμής. Μονάχα έτσι οι δυνατοί άνεμοι και οι κακοκαιρίες της ζωής μπορούν να ιδωθούν όχι ως εμπόδια αλλά να μεταποιηθούν σε έργο παραγωγικό και φρέσκο αλεύρι. Ο Διογένης κατάλαβε και πήγε προς την τέταρτη πύλη.

Αυτή τη φορά ο φιλόσοφος αντίκρυσε την λέξη Παρουσία. Ένας χωματόδρομος που ξεκινούσε από την πύλη τον οδήγησε προς ένα μικρό άλσος με πεύκα. Καθώς περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα, συλλογιζόταν τα όσα είχε δει έως τότε και προσπαθούσε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα: Για να μπορέσει κάποιος να σταθεί αληθινά ως άνθρωπος απέναντι σε ανθρώπους και να χτίσει μια πραγματική σχέση, πρέπει να φέρει πίστη μέσα στην ταπείνωση, καλοσύνη ως άνοιγμα στον άλλον, θάρρος στις δύσκολες καταστάσεις και… Την προσοχή του τράβηξε ένα ελάφι που στεκόταν ακίνητο λίγα μέτρα μακριά του. Έτσι όπως ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του δεν το είχε προσέξει νωρίτερα. Εκείνο είχε καρφώσει το παρατηρητικό βλέμμα του πάνω του και είχε τα αυτιά του τεντωμένα ψηλά, για να καταλάβει εάν ο γερασμένος διαβάτης αποτελούσε απειλή. Ο Διογένης κοκκάλωσε κι αυτός για να μην το τρομάξει και το κοίταξε κατάματα. Είχε την προσοχή του οξυμένη στο έπακρο, έτσι που να αντιλαμβάνεται τα πάντα γύρω του -από το άγνωστο πρόσωπο του φιλοσόφου μέχρι το ελαφρύ θρόισμα των φύλλων και τις μέλισσες που χόρευαν συμμετρικά. Η εγρήγορση του ελαφιού ήταν τέτοια που άκουγε την κάθε του αναπνοή και ένιωθε το αίμα που κυλούσε στα πόδια του με κάθε χτύπο της καρδιάς του, ώστε να είναι έτοιμο, αν χρειαστεί, να γίνει καπνός. Το ελάφι, με αλλά λόγια, ήταν παρόν. Ζούσε την συγκεκριμένη στιγμή στον απόλυτο δυνατό βαθμό, γιατί η προσοχή του ήταν όλη συγκεντρωμένη εκεί. Δεν ήταν διασπασμένη μήτε στο παρελθόν, μήτε στο μέλλον, που αιχμαλωτίζουν ύπουλα την σκέψη και κλέβουν τον χρόνο μέσα από τα χέρια του ανθρώπου. Το ελάφι βρισκόταν εκεί, η συνείδησή του ήταν ολόκληρη μέσα στο σώμα του και δεν αιθεροβατούσε στις ακαθόριστες νεφέλες των λογισμών του. Δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, γιατί από αυτό εξαρτιόταν η ζωή του. Αμέριστη προσοχή στη στιγμή, εγρήγορση και παρουσία επομένως είναι η μέθοδος που διαθέτει κανείς για να προστατευτεί στο κυνήγι -ακόμα και αν αυτό είναι μεταξύ του συνειδητού μας εαυτού και του υποσυνείδητου, από το οποίο όλες οι έξεις και οι αδυναμίες μας μπορούν να ξεπροβάλλουν από στιγμή σε στιγμή. Η ζωή, τελικά, είναι η τέχνη του παρόντος. Ο Διογένης κατάλαβε και προχώρησε στον δρόμο του.

Φτάνοντας στην πέμπτη πύλη, διάβασε την χαραγμένη λέξη Έμπνευση. Πίσω της απλωνόταν μια στρογγυλή πλατεία με πλακόστρωτο. Στο κέντρο της, ο Διογένης είδε να υψώνεται αρχοντικό ένα γέρικο πλατάνι. Ο κορμός του ήταν χοντρός και στα αμέτρητα κλαδιά του, που εκτείνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις, κάθονταν πουλιά. Δεκάδες πτηνά όλων των μεγεθών και χρωμάτων που κελαηδούσαν μελωδικά. Και έτσι όπως τραγουδούσαν, φύσηξαν στην ψυχή του φιλοσόφου την ελπίδα. Κάθε αηδόνι, πέρδικα ή σπουργίτι, τραγουδούσε το δικό του τραγούδι, διηγούνταν την δική του μοναδική ιστορία. Φουσκώνοντας την κοιλιά τους μέχρι τέρμα, τα πουλιά έδιναν όλο τους το είναι στο τραγούδι τους. Και δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για το ποιος τα ακούει ή αν κάποιος θα τα κρίνει. Μέσα από το κελάηδισμα εξέφραζαν την βαθύτερη αλήθεια τους και αυτό ήταν που τους έδινε τόση ομορφιά – το ότι ήταν γεμάτα αυθεντικότητα. Δεν υποκρίνονταν για χάρη κανενός, αλλά παραδίδονταν ολοκληρωτικά στην δοξολογία τους. Και ήταν αυτή η ιδιαιτερότητα μέσα στην διαφορετικότητά τους που παρήγαγε από όλες τις μελωδίες μια συμφωνία αρμονική. Αλήθεια, κάθε άνθρωπος δεν φέρει μέσα του μια μοναδική οπτική αυτού του κόσμου που ανήκουμε όλοι; Πόσο πιο όμορφος θα ήταν ο κόσμος αν καθένας μοιραζόταν με τους γύρω του την δική του ιστορία; Αν ράγιζε τις νόρμες και τα κοινωνικά φίλτρα, που συχνά εμποδίζουν το τραγούδι μας να ακουστεί προς τα έξω για χάρη μιας “καλής εικόνας”; Όταν είναι αυθεντικός, κάθε ένας έχει μια νότα να προσφέρει στην πανανθρώπινη συμφωνία και πάντοτε υπάρχει μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί. Μόνο που συχνά βουλώνουμε τα αυτιά μας στην αλήθεια μας και το αποτέλεσμα είναι φάλτσο… Ο Διογένης κοντοστάθηκε και αναρωτήθηκε, τι ήταν αυτό που έκανε την δική του καρδιά να τραγουδά; Και έτσι, γεμάτος έμπνευση, πήγε προς την έκτη πύλη.

Άλλη μια λέξη σκαλιστή στο ξύλο, αυτή την φορά έγραφε Φρόνηση. Ο Διογένης είχε φτάσει πλέον στο εσωτερικό της πόλης και παντού τριγύρω του έβλεπε οικοδομήματα, μα ακόμα δεν συνάντησε ψυχή πουθενά. Ανάμεσα στα κτίσματα ξεχώριζε ένα μεγάλο μπρούτζινο άγαλμα ενός βασιλιά. Με τον λύχνο του στο χέρι, ο φιλόσοφος το περιεργάστηκε εξεταστικά, αναλογιζόμενος τι ήθελε να του πει. Το βλέμμα του βασιλιά ήταν διαπεραστικό, γεμάτο σοφία. Κοιτούσε με έναν τρόπο που μαρτυρούσε πως είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασης. Το δεξί του χέρι ήταν τεντωμένο μπροστά, σαν να πρόσταζε την εκτέλεση μιας διαταγής ή σαν να έδειχνε τον δρόμο. Το άλλο του χέρι πάλι βρισκόταν στο πλευρό του, σφιχτά κρατώντας την λαβή του ξίφους του, σαν να ήταν έτοιμος να το τραβήξει έξω. Ο Διογένης κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για κάποιον τυχαίο βασιλιά, μα για εκείνον που βασιλεύει στον εαυτό του -τον άνθρωπο με φρόνηση. Το γνωστικό βλέμμα του αγάλματος συμβόλιζε το καθήκον του ανθρώπου προς την μόρφωση και την ενημέρωση, έτσι ώστε να μην γίνεται έρμαιο της εκμετάλλευσης και του χειρισμού τόσο από επιτήδειους όσο και από τις άλογες δυνάμεις. Σίγουρα δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες δυνατότητες και την πρόσβαση στην γνώση, μα η προσπάθεια προς την αναζήτησή της είναι χρέος όλων. Το τεταμένο χέρι έπειτα, έδειχνε πως ο φρόνιμος άνθρωπος διάγει την ζωή του με σκοπό και κατεύθυνση. Έχει στόχους και όραμα, μα πάνω από όλα αναφέρεται σε ένα ήθος που τον ξεπερνά και αρνείται να ξεστρατίσει από το δίκαιο για να υπηρετήσει τα συμφέροντά του. Τέλος, το χέρι που βρισκόταν στο ξίφος μιλούσε για την ανάγκη του ανθρώπου να είναι ενεργός. Να πράττει, πέρα από την θεωρία και αυτές του οι πράξεις να είναι συνεπείς με τα λόγια και τις αξίες του. Έτσι μονάχα ο άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει θετικά τον κόσμο γύρω του και να γίνει με αυτόν τον τρόπο ένας λειτουργικός και απαραίτητος κρίκος της κοινωνικής αλυσίδας. Ο Διογένης κατάλαβε και προχώρησε, λίγο πιο σοφός, προς την τελευταία πύλη.

Στην έβδομη πύλη δεν υπήρχε γραμμένη καμία λέξη. Καθώς την διέβαινε όμως ο Διογένης παρατήρησε πως στο σκονισμένο πλακάκι κάτω από τα πόδια του ήταν σκαλισμένη η λέξη Θυσία. Προχώρησε μέσα και τότε το είδε. Είδε τους κατοίκους της πόλης, που τόσο δρόμο είχε κάνει για να συναντήσει. Μόλο που δεν ήταν οι θαυμαστοί και θεϊκοί άνθρωποι που περίμενε. Ήταν άνθρωποι άρρωστοι και αναγκεμένοι. Κουτσοί, τυφλοί, κωφοί, παράλυτοι… Όλοι τους είχαν κάποια ανάγκη που τους έκανε να εξαρτώνται από τους άλλους. Κι όμως, μες στην ανάγκη τους, όλοι έτρεχαν να βοηθήσουν τους διπλανούς τους. Και αυτό που συνέβαινε ήταν μαγευτικό. Ο καθένας προσέφερε αυτό που είχε και λάμβανε αυτό που χρειαζόταν. Ο τυφλός γινόταν τα πόδια του παράλυτου και ο παράλυτος δάνειζε τα μάτια του στον τυφλό και έτσι πήγαιναν μαζί, αγκαλιασμένοι. Λειτουργούσαν σαν ένα σώμα, το κάθε μέλος του οποίου είχε τον ρόλο του και μόνο στο σύνολό του έβρισκε την πληρότητα. Μάλιστα παραπάνω από πληρότητα. Ήταν η πραγματική Κοινωνία. Το μέρος εκείνο όπου ο άλλος ζει μέσα σου και εσύ ζεις μες στον άλλον και για τον άλλον. Και όλοι μαζί χαίρεστε τα χαρίσματα όλων και φτάνετε σε κορυφές πολύ υψηλότερες από ότι θα έφτανε ο καθένας γιατί πλέον δεν είστε μόνοι αλλά οι ψυχές σας συνδέονται. Και η σύνδεση αυτή είναι αυτό που λένε Αγάπη και Αλήθεια και Ομορφιά. Μα για να φτάσει κανείς να ζει εκεί απαιτείται η θυσία. Χρειάζεται να θυσιάζει καθημερινά κάποιο μέρος του εαυτού του, τα πιο πολύτιμα από τα αγαθά του, τον χρόνο, την ενέργεια, τα “θέλω” του και στην θέση αυτών να βάζει κάτι από τους άλλους. Να παίρνει τα προβλήματα, τους κόπους, τις ελπίδες τους. Και να αγαπάει την ευθύνη. Να γίνεται υπηρέτης και κουβαλητής, μπροστάρης και μάρτυρας και, εν τέλει, να γίνεται Άνθρωπος. Ο Διογένης πήγε και κάθισε οκλαδόν δίπλα σε κάποιον χωρίς χέρια και έσβησε το φανάρι του.