Αυτός που επινοεί, συντρίβει τον σκοπό του
και αυτό που αρπάζει, χάνει
Ο σοφός δεν επινοεί για να κερδίσει
και γι αυτόν τον λόγο δεν νικιέται
δεν αρπάζει για να μη χάσει
-Ταο Τε Τσινγκ
Ο 17ος αιώνας σηματοδοτεί την αρχή της εκκοσμίκευσης της ζωής και την αποδέσμευσή της από την διαχρονική ιερότητα. Ο κόσμος γίνεται, τότε, απειλητικά ξένος. Η ανθρώπινη λογική που θα αποτελέσει, στο εξής, κριτήριο αληθείας για τη ζωή, επιχειρεί να κυριαρχήσει πάνω σε αυτόν τον κόσμο και να αποτελέσει απόλυτη αρχή. Σε ένα βαθμό, το νηπιακό άγχος μπροστά στο άγνωστο ζητά νέα συστήματα αναφοράς. Όμως, πώς είναι να ζει κανείς και να αντιλαμβάνεται στηριζόμενος αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις;
«Την έξοδο από την τυραννία δεν ακολουθεί ο Παράδεισος αλλά η παραμονή στην έρημο και στη μοναξιά της»¹

Πράγματι, ο άνθρωπος που βλέπει τους περιορισμούς του Είναι, αυτός που αναγνωρίζει ότι φλερτάρει καθημερινά με το χάος της ανθρώπινης συνθήκης, επιθυμεί να φτιάξει μια πραγματικότητα που η ανθρώπινη κλίση για νόημα και η σκληρότητα του κόσμου δε θα συγκρούονται πλέον. Επιθυμεί να οργανώσει τον κόσμο και να δημιουργήσει μια βιώσιμη τάξη.
Η αντίληψη η ίδια διαμορφώθηκε εδώ και αιώνες ώστε να κάνει τον πολύπλοκο κόσμο που ζούμε χρήσιμο και προβλέψιμο. Έτσι, καταφέρνει να δημιουργεί συστήματα σκέψης ώστε να ορίσει τον εαυτό της και την πραγματικότητα. Αυτό το έκανε από πάντα.
Το πάθος να καταλάβουμε απολυτοποίησε την ανθρώπινη ικανότητα και λογική. Το πάθος για δικαιοσύνη, ελευθερία και τελικά, ενοποίηση της ζωής, πήρε τη μορφή της εκάστοτε κάθε φορά φιλοσοφίας και ιδεολογίας.

“Μελαγχολία I” – Durer Albrecht. Durer Albrecht (1514).
Η στάση ζωής που προτάθηκε κάθε φορά μέσα στους διαρκείς αγώνες της νόησης πήρε διαστάσεις μιας, τουλάχιστον, μεταφυσικής αλήθειας. Δεν είναι απλώς ένα βραχυπρόθεσμο σχέδιο αλλά ένας σημαντικός υπαρξιακός σκοπός, δηλαδή τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η αυτογνωσία και η κοσμογνωσία του εκάστοτε ανθρώπου και, έκτοτε, και του ίδιου του πολιτισμού. Η ανώτερη πολιτεία, η συνεχής πρόοδος, η λύση του ανθρωπίνου δράματος δεν είναι λιγότερο μεταφυσικές ιδέες από την Βασιλεία των Ουρανών.
Και αν θεωρούμε ότι η αναφορά στην ιερότητα και στον θείο προορισμό του ανθρώπου είναι μια τυφλή πίστη, δεν πρέπει να αγνοούμε ότι η η λογική ως ερμηνευτική αρχή προϋποθέτει πίστη ότι αυτός ο κόσμος διέπεται εγγενώς από κάποια βαθύτερη αρμονία και, ταυτόχρονα, η ανθρώπινη σκέψη είναι σε θέση να την κατανοήσει. Ίσως, το πιο ακατανόητο από όλα είναι ότι ο κόσμος είναι κατανοήσιμος. Ωστόσο, αν δεν πιστεύαμε, ανά τους αιώνες, ότι μπορούμε να σκεφτούμε και να αρθρώσουμε κάτι πρωτίστως σημαντικό, πώς θα φτάναμε να καλλιεργούμε αυτή τη λειτουργία της συνειδητότητας; Πώς θα υπήρχε επικοινωνία μαζί της και διάλογος, και τελικά, ανάπτυξη και διαμόρφωση της;
Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να αγνοούμε ότι η υπερηφάνεια ερωτεύεται τα δημιουργήματά της και τα κάνει απόλυτα. Ο ορθολογισμός και οι ιδέες που γεννά η λογική αυτή, αφορούν την πίστη στο ότι «γνωρίζουμε ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουμε» και ότι αυτό αρκεί για να τα εφαρμόσουμε και να έχουμε, τελικά, το αποτέλεσμα στο οποίο στοχεύουμε. Είναι η υπερηφάνεια που κρίνει εκ των προτέρων τι θα κάνει την ανθρωπότητα καλύτερη και αυτό είναι μια κατάσταση πίστης σε κάποια αρχή.
Γιατί, στην πραγματικότητα, το μηδέν του ανθρώπινου χρόνου, ακόμα και αν εξουδετερωθεί κάθε υπερβατική πηγή που ορίζει τα πράγματα, θα διατηρήσει κάποια αρχή, τουλάχιστον ανορθολογική στη βάση της, για να μπορέσει να ξεκινήσει ξανά. Οπωσδήποτε αν μπορούμε να κρίνουμε ποιο είναι το μηδέν, χρησιμοποιούμε ήδη κάποιο κριτήριο της τωρινής πραγματικότητας.
Υπάρχει, άραγε, ορθολογικό θεμέλιο στη λογική; Και, μήπως, αυτό που πραγματικά είναι η λογική έχει τόσο μεγάλο βάθος και περιεχόμενο το οποίο είναι απροσπέλαστο στον τρόπο με τον οποίο, τελικά, την ερμηνεύουμε;
«Η Λογική κατά τον Αυγουστίνο, τον Άνσελμο, τον Ακινάτη είναι αδιαχώριστη από ορισμένες ηθικές, οντολογικές, μεταφυσικές, ακόμη και αισθητικές δεσμεύσεις, που απλώς δεν εμπίπτουν στο νεωτεριστικό κοσμοείδωλο. Είναι εξίσου αναπόσπαστη από την κληρονομιά μιας ορισμένης sapientia ή σοφίας.»²
Και αν μιλάμε για πρόοδο, πώς την αντιλαμβανόμαστε και την αξιολογούμε χωρίς να χρησιμοποιήσουμε κάποια δεδομένα του παρελθόντος και επομένως, συντηρημένα μοτίβα διαισθητικής προέλευσης τα οποία δεν είναι πάντοτε εκλογικευμένα; Και πώς επιλέγουμε ποια από αυτά τα μοτίβα θα οδηγήσουν πράγματι στην πρόοδο, την οποία στοχεύουμε, χωρίς να το κάνουμε αυθαίρετα, δηλαδή με κάποιο βαθμό προκατάληψης;
Ο περιορισμός των ανθρώπων είναι ότι «η κριτική απόσταση την οποία μπορούν να παίρνουν από τον κόσμο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του τρόπου με τον οποίο συνδέονται με αυτόν»².
«…Η μέθοδος που προσδιορίζεται εδώ δηλώνει ότι κάθε πραγματική γνώση είναι ανέφικτη. Μόνο τα φαινόμενα μπορούν να απαριθμηθούν και η ατμόσφαιρα μόνο να γίνει αισθητή…Όταν λέμε ότι καταλαβαίνει τον κόσμο, αυτό σημαίνει για τον άνθρωπο ότι τον περιορίζει στο ανθρώπινο, τον σημαδεύει με την σφραγίδα του. Αυτό είναι το νόημα της κοινοτοπίας ότι κάθε σκέψη είναι ανθρωπομορφική»³.
Ουσιαστικά, πρόκειται για θεμελιώδεις πεποιθήσεις που γίνονται a priori αποδεκτές, αντί να αποδειχθούν. Δίνουν την ψευδαίσθηση ότι παράγουν πρωτότυπη γνώση¹, ενώ είναι απλώς διαφορετικού είδους προκαταλήψεις . Η συγκεκριμένη κατεύθυνση που απολυτοποιείται κάθε φορά, προκειμένου να εφαρμοστεί, είναι η ίδια που προτείνει το δικό της δόγμα, δηλαδή αξιακούς κανόνες που απορρέουν από τον στόχο που θέτει και το δικό της συμβολικό-οντολογικό πλαίσιο με βάση το οποίο θα κρίνει την πραγματικότητα.
Δεν είναι λιγότερο τυφλή μια πίστη που απολυτοποιεί την ανθρώπινη ικανότητα και παραβλέπει την περιορισμένη μας όραση και τη περιορισμένη γνώση μας για τα πράγματα. Και δεν είναι ασύνηθες η ίδια η λογική που χρησιμοποιείται κάθε φορά να οδηγήσει στον φονταμενταλισμό που επιχειρούσε να νικήσει⁴ . Και αυτό γιατί συνηθίζει να απομονώνει μεμονωμένα στοιχεία της πραγματικότητας και να αποδίδει σε αυτά την απόλυτη ερμηνεία, θεωρώντας την αυταπόδεικτη.
Αναντίρρητα, αυτή και μόνο είναι το όπλο του ανθρώπου απέναντι στο χάος. Είναι το μέσο με το οποίο έχει κατορθώσει τα μέγιστα. Όμως, ο αποκλειστικός έρωτας του ανθρώπου για τις δυνατότητες του απολυτοποιεί τους περιορισμούς του ανθρώπινου νου και περιορίζει τους ορίζοντες στο κατανοήσιμο.
«Στο γνωστικό εγχείρημα υποκείμενο και αντικείμενο είναι ενωμένα. Άρα δεν υφίσταται κανένα περιθώριο για τη διείσδυση του σκεπτικισμού» και «Καμία από τις πίστεις ή τις γνωσιακές μας αξιώσεις δεν μπορεί να είναι αδιαφιλονίκητα τεκμηριωμένη…Οι τεκμηριώσεις πρέπει κάποτε να φτάνουν σε κάποιο τέλος. Το δε τέλος τους συμπίπτει γενικά με κάποιο είδος πίστης»².
«Γιατί αν πασχίζω να κατανοήσω το είναι μου για το οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να το προσδιορίσω και να το συνοψίσω, γίνεται νερό που κυλά μέσα από τα δάχτυλά μου. Ακόμα και η λογική λοιπόν, με το δικό της τρόπο, μου λέει ότι αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Το αντίθετό της, η τυφλή λογική μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα πάντα είναι σαφή»³.
Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η ανθρώπινη λογική “σκοντάφτει” στο παράλογο της ανθρώπινης σκέψης όταν ερωτεύεται τον εαυτό της και γίνεται καταναγκασμός.
Μπερκ Εντμουντ «Το υπερβολικό φως έχει ως αποτέλεσμα το σκοτάδι» και Τζόναθαν Σουιφτ «Το πλεόνασμα λογικής μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος τρέλας»
Γιατί η ανθρώπινη αντίληψή είναι τέτοια που καθώς θέτει έναν στόχο και λαμβάνει υπόψιν ένα μέρος της πραγματικότητας, αγνοεί αναγκαστικά ένα άλλο ή πολλά αλλά. Δε νοείται αντίληψη που μπορεί να ανταποκριθεί στην ίδια στιγμή σε όλη την πραγματικότητα που αντικρίζει. Για να πλοηγηθούμε σε αυτόν τον πολύπλοκο κόσμο χρειαζόμαστε στόχο, και ο στόχος αυτος τυφλώνει – δε βλέπουμε πότε την πραγματικότητα ολόκληρη, αλλά ένα μέρος της στο οποιο στοχεύουμε. Έρχεται, λοιπόν, η στιγμή που η πραγματικότητα που δε βλέπαμε συγκρούεται με ό,τι μας ήταν μέχρι πρόσφατα γνωστό.
«Τα προβλήματα δε μας τα δημιουργούν αυτά που δεν ξέρουμε αλλά αυτά που ξέρουμε με βεβαιότητα» –Μαρκ Τουειν

Edvard Munch, “The Scream”, 1893
Αλλά, πολλές φορές, ο πρότερος στόχος ταυτίζεται με υπαρξιακή επιβίωση. Αν τα πράγματα δε λειτουργήσουν, θα πρέπει «να χαθεί» κανείς μαζί του. Και αυτό γιατί όλη η πραγματικότητα ορίζεται με βάση αυτόν τον στόχο. Τότε θα πρέπει ο καθένας να έχει τη διαύγεια και την ειλικρίνεια που χρειάζεται ώστε να βλέπει καθαρά σε όλη αυτή την πορεία, για να μη φτάσει η ευγενής ιδέα με την οποία ξεκίνησε να φτιάχνει μια πραγματικότητα που την αναιρεί και, συγχρόνως, να στρέφεται εναντίον του. Και το τελευταίο το έχουμε δει να συμβαίνει…
Όταν ζητάμε την τελειοποίηση του ανθρώπινου είδους και τελικά φτιάχνουμε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όταν ζητάμε κοινωνική δικαιοσύνη και τελικά επιβάλλουμε καταναγκαστική εργασία. Όταν ζητάμε ατομική ελευθερία και τελικά υποτασσόμαστε στις ατομικές επιδιώξεις και στην ανάγκη για επίδοση. Όταν ο ίδιος ο ορθολογισμός μετατρέπει την ερωτική ελεύθερη σκέψη σε υπολογισμό και δεδομένα και τον κόσμο από «μαρτυρία του κάλλους» σε μάταιη ύλη⁵. Όταν θέλουμε να καταλάβουμε τον κόσμο και να τον κάνουμε φιλόξενο περιβάλλον για εμάς και τελικά τον καταστρέφουμε με τη βιομηχανική παραγωγή και τους βιολογικούς πολέμους. Όταν ζητάμε να ξεπεράσουμε τα όρια του επιστητού με την τεχνολογική ανάπτυξη και τελικά αυτή μας κυριαρχεί και περιορίζει τα όρια μας. Όταν ζητάμε την αυτονομία μας και το απεριόριστο των επιλογών, και τελικά δεν ξέρουμε να ορίσουμε τον εαυτό μας. Όταν ζητάμε να ανατρέψουμε την εξουσία και τελικά φτιάχνουμε μια καινούρια πιο αυστηρή και περιοριστική.
Όταν ζητάμε τον απόλυτο έλεγχο του ανθρώπου στα πράγματα και τελικά αυτά συγκρούονται μεταξύ τους. Όταν ζητάμε να πολεμήσουμε το «τέρας» και τελικά το μιμούμαστε. Όταν ζητάμε την απόλυτη απελευθέρωση των ανθρωπίνων οριζόντων και τελικά τους περιορίζουμε.
Καθε σύστημα σκέψης έθεσε μια ευγενή ανθρώπινη αξία (δικαιοσύνη, ισότητα, ελευθερία, επιθυμία, πρόοδος), την οποια θεώρησε λύση στο ανθρώπινο δράμα, ως στόχο. Ωστόσο, ακριβώς λόγω του περιορισμένου της ανθρώπινης κατανόησης σε σχέση με την υποκείμενη πολυπλοκότητα του κόσμου, η αξία αυτή ισχυρίστηκε ότι είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και ταυτίστηκε με αυτόν.
Αυτό που, πολλές φορές, εμφανίζεται ως παράδοξο, όταν δηλαδή η ίδια αξία στρέφεται εναντίον άλλων εξίσου ευγενών ιδιωμάτων αλλά και εναντίον του ίδιου του εαυτού της, είναι, στην πραγματικότητα, σύγκρουση του γνωστού και προσιτού με το άγνωστο και απροσπέλαστο της ανθρώπινης κατάστασης.
«Ζήσαμε την ομορφιά των πιο γενναιόδωρων ιδεολογιών και χάσαμε τον άνθρωπο μέσα στον ουμανισμό τους», «Ποιο είναι το κόμμα, ρε Μάκη, αν δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι…Ποιές συνθήκες είναι ικανές να κάνουν έναν επαναστάτη, που με πάθος αναζητά την ευτυχία του ανθρώπου, εν ονόματι αυτής της αναζήτησης να ζει και να μετέχει σε αυτή την αποκτήνωση», «Όμως το πρόβλημα είναι ότι φτιάξαμε έναν τεχνοκρατικό πολιτισμό, που αντί να υπηρετεί τον άνθρωπο, έκανε τον άνθρωπο υπηρέτη του».
-Χρόνης Μίσσιος, ”Χαμογέλα, ρε…Τι σου ζητάνε;”
«Αν θα έπρεπε να γράψουμε τη μοναδική χαρακτηριστική ιστορία της ανθρώπινης σκέψης, θα χρειαζόταν να γράψουμε εκείνη με τις διαδοχικές της μεταμέλειες και τις αδυναμίες της…Αρνούνται την ουσιαστική αλήθεια του πνεύματος, ότι δηλαδή είναι δέσμιο»³.
Όταν, λοιπόν, η αυτοαναφορικότητα, την οποία επιλέγουμε σε κάθε περίπτωση για να κρίνουμε την πραγματικότητα, δεν επαρκεί για να δώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα, θα πρέπει να ξανασχεδιάζουμε τον κόσμο, έχοντας, πλέον, καλύτερη θέα στα πράγματα.
Γιατί, η πολυπλοκότητα αυτού του κόσμου, δυστυχώς, δεν επιτρέπει απλουστευτικούς αφορισμούς ούτε απόδοση πρωταρχικής αιτιώδους ισχύς σε συγκεκριμένους παράγοντες ούτε, χειρότερα, δαιμονοποίηση συγκεκριμένης μερίδας ανθρώπων.
Το απέραντο που έχει ο άνθρωπος μέσα του, αυτό το θεοειδές και μυστήριο Είναι, δε χωράει σε λογικές διασπάσεις… Η αποκλειστική ερμηνεία αποδυναμώνει αυτό που είναι όντως, τελικά, ο άνθρωπος. Γιατί επιχειρώντας να τον εξυψώσουμε, τον «αδειάζουμε» από περιεχόμενο και ουσία; Γιατί κάνουμε το ίδιο και στον κόσμο που μας περιβάλλει; Γιατί υποβαθμίζουμε την ίδια την λογική, αποδίδοντας σε αυτή συγκεκριμένες διαστάσεις και χρησιμότητα;
Ίσως, πρόκειται περισσότερο για διάλογο με τη ζωή και τα πράγματα παρά για συμπέρασμα σχετικά με αυτήν και επιβολή του. Είναι ο διάλογος που απελευθερώνει από τον περιορισμούς της αυτό-αναφοράς. «Η ιστορία είναι διάλογος, μια βαθιά διαλογική περιπέτεια»6
«Η διαλεκτική όμως,ως τη στιγμή της αποκάλυψης που αγωνίζεται να πετύχει, μια ζωή ανήσυχη, που γεννιέται από την πάλη του αληθινού με το ψεύτικο για τη κατάκτηση της πιο μεγάλης αλήθειας…»
-Δημήτρης Καπετανάκης, Έρως και Χρόνος
Ίσως, στην πραγματικότητα, άρνηση της προόδου είναι άρνηση αυτής της διαλεκτικής, είναι εμμονή σε μια συγκεκριμένη οπτική των πραγμάτων (η οποία μπορεί να εμφανίζεται φαινομενικά και ως προοδευτική) που δεν επιτρέπει την καθαρή φώτιση του πνεύματος. Η επιβολή αυθαιρέτων νοημάτων επί της ζωής, αποκλείει τη φώτιση και τη Σοφία και προδίδει την ίδια τη ζωή.
«Αδέρφια μου, σας εξορκίζω, μείνετε πιστοί στη γη και μην εμπιστεύεστε εκείνους που σας μιλούν για υπεργήινες ελπίδες»
-Νιτσε, “Τάδε έφη Ζαρατούστρα”
Και αυτός ο αυτο-περιορισμός επεμβαίνει σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όταν αφήνουμε τους στόχους μας να μας επιβάλλονται και να οριοθετούν τη ζωή μας αντί να εμπνεόμαστε από κάτι Υψηλότερο αυτών για να τους αξιολογούμε συνεχώς. Όταν περιορίζουμε τη χαρά και την αγάπη μας για ζωή σε συγκεκριμένες καταστάσεις αντί να χτίσουμε μια πραγματικότητα βαθέος και απαράμιλλου πάθους γι’ αυτήν, το οποίο δε θα εξαρτάται από τις υλικές συνθήκες.
Και αυτό δε σημαίνει ότι ακυρώνονται οι ευγενείς δυνάμεις του πνεύματος και της διάνοιας- πολύ περισσότερο οι έμπρακτοι αγώνες των δυνάμεων αυτών-, αλλά ότι αυτά καθιστάται πραγματικά ελεύθερα και πλήρη, αρχικά, μέσα στο πεδίο δράσης τους, όταν αναγνωρίζουν τα όρια τους. Ο πιο υψηλός και ευγενής ανθρώπινος στόχος δεν μπορεί να διατηρεί την αξιοπρέπεια και αθωότητα του όταν περνάει πάνω από την αλαζονεία, την ανειλικρίνεια και τελικά, το ανθρώπινο αίμα. Πάνω σε ανθρώπινες ζωές κανένας κόσμος δεν γίνεται καλύτερος.
Για τη ζωή αγωνιά και αγωνίζεται ο άνθρωπος, για την αλήθεια της, για το πώς να ζει κάποιος αληθινά και πλήρως. Ίσως, ο υψηλότερος στόχος είναι αυτός. Να μη προδοθεί η ζωή!
«Και γιατί άλλο, αλήθεια, θα την κάνετε την επανάσταση, ρε, αν όχι για να ξαναδώσετε στη ζωή τα δικαιώματά της, να την κάνετε χαρά, παιχνίδι, φαντασία, έρωτα;»
-Χρόνης Μίσσιος, ”Χαμογέλα, ρε…Τι σου ζητάνε;”
«Αυτό που περιμένουμε όλοι τι είναι; Πότε θα ζήσουμε περιμένουμε, πότε θα ζήσουμε αληθινά. …Όταν περιμένεις την αληθινή ζωή, μόνο τότε έχει πιθανώς και ο θάνατος ένα νόημα. Την πληρότητα αυτή της ζωής την αναζητούμε, άραγε, ή απλώς κοιτάμε να βολευτούμε μέσα στις απέραντες και φίλαυτες αντιφάσεις μας;»⁶.
«Για έναν άνθρωπο χωρίς παρωπίδες, δεν υπάρχει ωραιότερο θέαμα από εκείνο της νόησής του που αντιμετωπίζει μια πραγματικότητα που τον ξεπερνά…Η υπέροχη διαθεσιμότητα του θανατοποινίτη που μπροστά του, κάποιο χάραμα, ανοίγουν οι πύλες της φυλακής, η απίστευτη αδιαφορία του για τα πάντα εκτός για την καθάρια φλόγας της ζωής, ο θάνατος και το παράλογο είναι εδώ, το νιώθουμε καλά, οι αρχές της μοναδικής λογικής ελευθερίας, της ελευθερίας που μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να δοκιμάσει και να ζήσει»³.

Vincent van Gogh, “Prisoners Exercising”, 1890
Μέσα σε αυτήν την παράλογη ελευθερία, ο άνθρωπος, αρνείται τις τελικές εξηγήσεις και αποφασίζει να ζήσει με τη νοσταλγία του, να αρκείται στα ανεξάντλητα ερωτήματά του χωρίς να ισχυρίζεται ότι τα υπερβαίνει με τη βούληση του και μόνο και χωρίς, ωστόσο, να σταματήσει να εξεγείρεται. Ο περιορισμός του είναι που του χαρίζει μια ιδιαίτερη ελευθερία, την ελευθερία δράσης, του χαρίζει την ίδια την σκέψη. Εδώ ο περιορισμός γίνεται δημιουργία και όχι αυτο-αναίρεση.
Ο υπαρξισμός είναι, ίσως, ένα από τα πιο γόνιμα διαβήματα της σκέψης στο τέλος αυτού του μακροχρόνιου αγώνα για αποσαφήνιση της ζωής.
«Καταλαβαίνω ότι αν μπορώ, χάρη στην επιστήμη, να συλλάβω και ν’ απαριθμήσω τα φαινόμενα, δεν μπορώ, ωστόσο να προσεγγίσω τον κόσμο»³
Συνειδητοποίησε ότι η διάσπαση της πραγματικότητας σε λογικές-τύπους δεν εξηγεί, τελικά– ότι ο άνθρωπος μπορεί να διατηρήσει μόνο «τη διορατικότητα του μέσα στα παράλογα τείχη που τον περικλείουν». Και αυτό είναι το αξιοπρεπές. Υπάρχει ζωή, υπάρχει αλήθεια, αν θελήσει κανείς να ζει για τη ζωή και μόνο. Όχι για την ιδέα ούτε για την υπερηφάνεια της νόησης. Η λογική που αποδέχεται τα όρια της, μπορεί, τελικά, να τα υπερβεί, χωρίς να σκοντάφτει στους τοίχους που φτιάχνει η αυτό-αναφορά της. Η διορατικότητα, η προσοχή και η επαγρύπνηση είναι τα μέσα που διαθέτει κανείς απέναντι σε αυτό το σκληρό σύμπαν και εκείνα που πρέπει να αξιοποιήσει προκειμένου να μπορεί να ζήσει αληθινά και ελεύθερα.
Ίσως το να ζει ελεύθερα σημαίνει, συγχρόνως, να αναλαμβάνει πλήρως και συνειδητά την ευθύνη όταν τα πράγματα δε λειτουργήσουν. Να αναλαμβάνει πλήρως και συνειδητά το «κακό» και την οδύνη.
Γι’ αυτό και δεν αρνείται κανείς τη λογική όσο και αν καταλήγει να αυτό-εγκλωβίζεται. Ο πραγματικός περιορισμός είναι η τυφλή λογική- η εμμονή ότι τα πάντα είναι σαφή, η εθελοτυφλία απέναντι σε μια πραγματικότητα που υπερβαίνει. Αυτό είναι τύφλωση και άρνηση της πραγματικής ζωής. Όταν, σύμφωνα με τον Χέγκελ, «η υποκειμενικότητα αντικαθιστά στη σκέψη το ερώτημα περί του όντος».
Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος πάντα αγωνίζεται για το καλύτερο, για το πιο υψηλό και αληθινό. Ωστόσο, δε ξέρει τον τρόπο να το πετύχει. Η μεγαλύτερη του δύναμη είναι, συγχρόνως, και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Το Είναι, άφθονο και ανεξέλεγκτο, σε έναν κόσμο που δεν ξέρει πώς να χωρέσει.
Κάθε μέρα που ο άνθρωπος αντιστέκεται στην εχθρότητα του κόσμου και χτίζει πολιτισμούς, αποδεικνύει πόσα μπορεί να καταφέρει. Αλλά είναι ικανός για πολλά περισσότερα όταν διαλέγεται, όταν αφεθεί στη βαθύτερη αναστάτωση της ύπαρξης του και στη μετά-μόρφωση(!) της ζωής.
Όταν ερωτευτεί αυτό το μέγα μυστήριο της ζωής που αποδεικνύει και την ομορφιά της. Και τότε, ίσως, κοινωνήσει την αλήθεια και τη βαθύτερη χαρά που έψαχνε. Αν δεν πιστέψει σε μια τέτοια κατάσταση, δε θα μπορέσει να συγκλονιστεί από οτιδήποτε σπουδαίο.
«Η ομορφιά είναι κάτι το τρομερό και το φριχτό! Τρομερό γιατί είναι κάτι το ακαθόριστο. Κανείς δε μπορεί να την ορίσει αφού ο Θεός έδωσε μόνο αινίγματα. Εδώ πλησιάζουν ανά μεταξύ τους οι όχθες, εδώ ζουν μαζί όλες οι αντιφάσεις συγχρόνως. Ξέρεις, φίλε, είμαι πολύ αμόρφωτος, μα σκέφτηκα πολύ γι αυτά τα ζητήματα. Υπάρχουν τόσο τρομερά πολλά μυστήρια! Πάρα πολλά αινίγματα πιέζουν τον άνθρωπο στη γη. Και πρέπει να τα λύσει κανείς, όσο μπορεί πιο καλά, και να βγει στεγνός από το νερό!»
-Αδελφοί Καραμαζώφ, Φ. Ντοστογιέφσκι
«Καταλαβαίνω τότε γιατί οι θεωρίες που μου εξηγούν τα πάντα με εξασθενούν ταυτόχρονα. Με απαλλάσσουν από το βάρος της ζωής μου, αλλά θα πρέπει, ωστόσο, να το κουβαλάω μόνος μου»³.
Και ίσως, ο τρόπος αληθινής ύπαρξης να είναι ο έρωτας γι’ αυτό το αίνιγμα της ανθρώπινης κατάστασης. Δε πρόκειται για αποδοχή, αλλά για συνεχή εξέγερση. Ίσως, για να βρει κανείς τον εαυτό του, πρέπει να αποφύγει την ησυχία της βεβαιότητας και την παρηγοριά της αυτοδικαίωσης, αλλά να δεχτεί να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του. Ίσως για να βρει κανείς τον εαυτό του, να πρέπει να τον χάσει πρώτα…
Το αρπακτικό Κακό μπορεί να το υπερβεί η ψυχή που είναι πρόθυμη να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί. Η ψυχή που «δεν επινοεί για να κερδίσει και γι’ αυτό το λόγο δε νικιέται, δεν αρπάζει για να μη χάσει».
“Ο ευρών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν· και ο απολέσας αυτήν ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν.” (Ματθ. 10:34-39).
Ο ζωγραφικός πίνακας στην αρχή του κειμένου είναι έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη.
- “12 Κανόνες για τη ζωή, ένα αντίδοτο στο χάος”, Jordan B. Peterson, 2018
- “Λογική, Πίστη, Επανάσταση” Terry Eagleton, 2009
- “Μύθος του Σισύφου”, Αλμπέρ Καμύ, 1942
- «Ο θιασώτης του ολοκληρωτισμού αρνείται την αναγκαιότητα του ατόμου να αναλάβει την απόλυτη ευθύνη του Είναι. Αυτή η άρνηση είναι το νόημα της εξέγερσης ενάντια στο ‘Υψηλότερο’. Αυτό είναι ολοκληρωτισμός: Όλα όσα χρειάζεται να ανακαλυφθούν έχουν ανακαλυφθεί.» “12 Κανόνες για τη ζωή, ένα αντίδοτο στο χάος”, Jordan B. Peterson, 2018
«Οι ιδεολόγοι είναι το πνευματικό ισοδύναμο των φονταμενταλιστών: ανυποχώρητοι και άκαμπτοι. Η αυτοδικαίωση τους και η ηθική αξίωση που προβάλλουν επί της κοινωνικής μηχανής είναι εξίσου βαθιές και επικίνδυνες. Ακόμη χειρότερα, οι ιδεολόγοι εγείρουν αξιώσεις επί της ορθολογικότητας αυτής καθαυτήν.», “Πέρα από την τάξη”, Jordan Β. Peterson, 2021
5.«Και ο ‘Ερωτας είναι αυτός που δίνει φτερά στη σκέψη. “Το αποκαλώ Έρωτα, τον αρχαιότερο των Θεών, σύμφωνα με τον Παρμενίδη…Το φτεροκόπημα εκείνου του θεού μ’ αγγίζει κάθε φορά που κάνω ένα σημαντικό βήμα στη σκέψη και τολμώ να μπω σε άβατο”…Ομοίως, τα βήματα της σκέψης δεν είναι όμοια με τα βήματα του υπολογισμού, όπου επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία κατ’ επανάληψη. Μοιάζει περισσότερο με κινήσεις παιχνιδιού ή χορευτικά βήματα που παράγουν κάτι εντελώς Άλλο, μια εντελώς διαφορετική τάξη πραγμάτων. “Είμαστε όλοι παίκτες, κι αυτό σημαίνει ότι ευχόμαστε ολόψυχα πως κάποιες φορές θα σπάσουν οι ερπύστριες του ορθολογισμού που κυλούν αργά προς τα εμπρός, κι ότι, έστω και για λίγο, θα προκύψει μια εντελώς διαφορετική πορεία της τάξης, μια θαυμαστή ανατροπή των γεγονότων”», “Για την εξαφάνιση των τελετουργιών”, Μπιουνγκ Τσουλ Χαν, 2023
6.“Η ιστορία της αγάπης του Θεού”, π. Νικόλαος Λουδοβίκος
