Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός οδηγού περί ζητημάτων διατροφής ή κάποιου σύγχρονου αφηρημένου μυθιστορήματος ή ενός θεολογικού αναστοχασμού γύρω από τη δημιουργία του κόσμου, όμως ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είναι τίποτα από όλα αυτά.
Καμιά φορά συμβαίνει το ίδιο και με τους ανθρώπους: σχεδόν κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τα επόμενά τους βήματα.
-
ΤΟ ΚΟΤΣΑΝΙ
Αναλογιστείτε ένα μωρό που μόλις γεννιέται: πρωταγωνιστεί σε ένα γεγονός ανεπανάληπτο, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύεται από καταιγισμό προσδοκιών προερχομένων από τον περίγυρό του. Προοπτικές που σιγά σιγά θρέφονται ή απορρίπτονται από την καρδιά του ίδιου του παιδιού.
Μόνο μία γνώμη μπορούμε να εκφέρουμε με βεβαιότητα: ότι η πορεία της ζωής του παραμένει μετέωρη.
-
Η ΦΛΟΥΔΑ
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την επιστήμη, τα γονίδιά που φέρουμε -ακούσια- καθορίζουν σε αξιοσημείωτο ποσοστό τον ενήλικο τρόπο ύπαρξής μας. Κι όμως, η ζωή αναδεικνύει προσωπικότητες που -εκκούσια και- σχεδόν πανηγυρικά καταρρίπτουν τις εκλογικευμένες πιθανότητες του τραγικού ολέθρου που τους προετοίμασαν οι γενετικές τους προδιαθέσεις.
Ο άνθρωπος κάθε εποχής, επιστήμονας και μη, συχνά αναρωτιέται σχετικά με τον μηχανισμό λειτουργίας του εσωτερικού του κόσμου και μοχθεί να αιτιολογήσει συμπεριφορές που αποκλίνουν από τις στατιστικά πολυπληθέστερες. Να εξετάσει με ποιο τρόπο αυτές οι ιδιαιτερότητες καθενός από εμάς οφείλονται σε κληρονομικούς παράγοντες και κατά πόσο το περιβάλλον ευθύνεται για την εκδήλωση ή την προσωρινή σίγαση της έκφρασής τους. Αναζητεί ικανοποιητικές ερμηνείες ως προς το ποιος είναι ο ίδιος και ως προς το πώς η συμπεριφορά των γύρω του και ιδίως των οικείων συγγενών του, τον διαμόρφωσαν, από την βρεφική έως την ενήλικη περίοδο ανάπτυξής του.

Και σε κάποιο σημείο της αναζήτησης αυτής χρονολογείται η κρίσιμη πάλη που τοποθετεί τον εαυτό μου έναντι των άλλων και αδημονεί για την απόδοση ευθυνών. Πώς άλλωστε να αντιδράσω όταν ανακαλύψω ότι η μητέρα ή ο πατέρας μου διαθέτει ένα πάθος, έναν εθισμό, μία ψυχοσωματική νόσο που αναγνωρίζω κραυγαλέα και στον ίδιο μου τον εαυτό:
Αποποιούμαι την ευθύνη που μού αναλογεί γιατί με αυτό το κληροδότημα διαπλάστηκα εξ’ αρχής;
Μήπως η ιδιαιτερότητά μου αυτή συμβάλλει στη διατήρηση της ισορροπίας της όποιας ιδιοσυγκρασίας μου;
Είναι μάταιο να μάχομαι ενάντια στις έξεις μου;
Μήπως κάθε απόπειρα αντίστασης στον επί χρόνια κατεστημένο μου εαυτό θα τραυματίσει τη μοναδικότητα της ύπαρξής μου;
Στην αρχή της πάλης αυτής, η εναπόθεση των βαριδίων που ζώνουν την κάθε μου ανάσα και που μου ασκούν πίεση από την οποία κανένα ταξίδι αναψυχής δεν με απαλλάσσει, σε κάποιον τρίτο, ίσως με ανακουφίσει. Ίσως και δικαίως να με απαλλάξει από την υπερβολική μου ευαισθησία. Όμως το ένα βράδυ θα διαδεχθεί το άλλο. Και ίσως κανονικοποιήσω αυτή την εθιστική συνήθεια να διανέμω ευθύνες για όλες μου τις συμφορές σε κάποιον άλλο…άνθρωπο ή Θεό. Με συχνότητα τέτοια που θα ζήλευε οποιοσδήποτε διανομέας ταχυφαγείου. Και ίσως αρχίσω να παρατηρώ εξωτερικά τα γεγονότα της ζωής μου, σαν να παραδίνομαι άνευ όρων σε μια μοίρα κακή. Και ίσως αρχίζω να απομονώνομαι από όλους και όλα, επειδή καθένας συνέβαλε με τον τρόπο του στη δυστυχία μου. Και επειδή η απολυτότητα αδυνατεί να υποταχθεί στο τρεπτό των ανθρωπίνων υπάρξεων, ας αναγνωρίσουμε ότι όντως, κάποιες σχέσεις μπορεί να μου προξενούν πληγές χωρίς να το θέλω, ενόσω έχω παραιτηθεί από την άνιση μάχη άσκησης του δικαιωματισμού μου. Τότε μπορώ να παραδεχθώ και να αποδεχθώ την αδυναμία μου να συνυπάρξω ολοκληρωτικά με τους εν προκειμένω γύρω μου. Δεν μπορώ όμως να διαγράψω το σύνολο των ατόμων που με περιστοιχίζουν από προσώπου γης, θεωρώντας ότι υπονομεύουν την ευμάρειά μου. Κι εκεί, σε αυτή την εγωιστική μάχη κυριαρχίας που με τυραννά, διακαώς αναζητώ τρόπο να χωρέσω μέσα μου όλους όσους βρίσκονται γύρω μου, όχι απαραίτητα υιοθετώντας τις ιδέες τους, αλλά απλούστατα παύοντας να ενοχλούμαι από την παρουσία τους, αποδεχόμενη την ύπαρξή τους, το πρόσωπό τους.
Δεν καταλαβαίνω πότε ακριβώς ξεκινά η εφηβεία και πότε και εάν τελειώνει. Εννοώ την περίοδο εκείνη που σχίζεται η θέλησή σου στα δύο: από τη μία βρίσκεσαι βουτηγμένος μέσα στο οικείο περιβάλλον όπου τόσα χρόνια ανατράφηκες και αυτόματα αναγνώρισες ως αυθεντικό και από την άλλη δεν μπορείς να αγνοήσεις μία άλλη πτυχή του κόσμου που ποτέ δεν εξερεύνησες και ίσως άκουσες σχετικά με αυτήν λόγια υποτιμητικά. Και ενώ η ίδια σου η φύση σε κρατά κοντά στη μητέρα που σε γέννησε, που σε φρόντισε μέσα στο ίδιο της το σώμα και στον πατέρα που σε έθρεψε με τον λόγο του, ξαφνικά παύεις να εμπιστεύεσαι το γνώριμο. Και αγανακτείς έναντι αυτών που σε νουθέτησαν, πιστεύοντας ότι έτσι σε περιόρισαν διανοητικά και σου έθεσαν τον χώρο όπου είναι ορθό να περιπλανάσαι.
Ακόμη δεν μπορώ να καταλήξω σε μια ετυμηγορία περί αθωότητας ή ενοχής τους στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, για τα χαρίσματα και τα πάθη μου, στο αυτοσαρκαστικό υποθετικό δικαστήριο που στήνω κάθε τόσο.

Και δεν αρκεί, ή ακόμη είναι περιττό, να προβώ στον εξοστρακισμό του εαυτού μου προς κάποιο μακρινό γεωγραφικό τόπο, προκειμένου να επαναστατήσω έναντι των ανθρώπων που με ανέθρεψαν. Η σύνδεση που έχουμε δημιουργήσει με τους γονείς μας δεν διακόπτεται απλώς και μόνο με την χωρική απομάκρυνσή μας. Εδράζεται κάπου βαθύτερα από την αγκαλιά μας και εκεί μπορεί να λαξευτεί και να μας απελευθερώσει χωρίς να μας αποσχίσει.
Μα ακόμη και στην ιδανική περίπτωση όπου όλα τα δεδομένα της μνήμης μας μαρτυρούν τα όμορφα παιδικά μας χρόνια, χρόνια που μας εξοικίωσαν και μας έπεισαν για την ομορφιά της ζωής, κινδυνεύουμε εξίσου να τραυματιστούμε από την κοινωνία η οποία μαίνεται να μας αποδείξει την κακία της.
Θα σού διηγηθώ μια υποθετική ιστορία:
“Βρισκόμαστε σε ένα νησί, στην κλειστή κοινωνία ενός χωριού, έναν αιώνα πριν.
Ένας εργατικός και καλοσυνάτος νέος μαθαίνει την τέχνη του υποδηματοποιού και γίνεται εξαιρετικός στο αντικείμενό του κερδίζοντας επαξίως την πελατεία του. Ταυτόχρονα συμμετέχει σε πανηγύρια του χωριού παίζοντας λύρα. Νέος προσφιλής σε όλους. Σε ανύποπτο χρόνο διαβάλλεται από έναν φθονερό άνδρα του χωριού και κατηγορείται ότι προσπάθησε να επιβληθεί βίαια στην γυναίκα του. Όλο το χωριό ξαφνικά τον αποστρέφεται, εκτός από τους καλούς του τους γονείς που γνωρίζουν τον τίμιο χαρακτήρα του. Προκειμένου να αποφύγουν τα λόγια του κόσμου, τον αναθέτουν στο θείο του, κάπου μακριά από το νησί του, για να εργαστεί ως βοηθός υποδηματοποιού. Και πάλι, κάποιος συνάδελφός του, φθονεί το θαυμαστό του χαρακτήρα του και το χάρισμά του και τον παγιδεύει ώστε να θεωρηθεί υπεύθυνος για κλοπή, όπως και συμβαίνει.
Και σιγά σιγά, με την απομόνωση και την ντροπή της συκοφαντίας, αυτό το καλό παιδί καταρρακώνεται, αρχίζει να αλλοιώνεται εσωτερικά και να πιστεύει πως όλος ο κόσμος διακατέχεται από φαρμακερή κακία και πως κανέναν πλέον δεν μπορεί να εμπιστευτεί. Αρχίζει να εξουθενώνει και να εκδικείται το σώμα και την ψυχή του. Μια μέρα αποφασίζει να επιστρέψει στη γενέτειρά του. Με διάθεση εκδίκησης και με παράφρονα νου μετά από τα δεινά που πέρασε, προκαλεί τον αιματηρό θάνατο δέκα με δεκαπέντε τυχαίων χωρικών, κυρίως γυναικών και παιδιών, στο πρόσωπο των οποίων βλέπει όλους όσοι τον πόνεσαν.”
Δυστυχής ιστορία- ακόμη δυστυχέστερο το γεγονός ότι δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας: αφορά στην ιστορία ενός φονικού που πραγματοποιήθηκε στα Κύθηρα, μόλις έναν αιώνα πριν.
Ποιος φταίει λοιπόν για όσα του συνέβησαν;
Σε ποια στιγμή της ζωής του έγινε αυτή η μεγάλη εσωτερική του αλλαγή;
Ήταν γονιδιακά προκαθορισμένος να αποτύχει σαν ύπαρξη;
Εδώ παρατηρούμε-ανίκανοι πλέον να αντιδράσουμε-μια μεγάλη ανατροπή:
ενώ ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αυτής μέχρι την ενηλικίωσή του πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να ανθίσει, κάποια επώδυνα μετέπειτα βιώματα τον καταβάλουν σε μαρασμό.
Ποιος εν τέλει δημιουργεί και ποιος μπορεί να θεραπεύσει τα κάθε είδους ψυχικά τραύματα;

-
Η ΣΑΡΚΑ
Μού χρειάστηκαν δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι συμπεριφορές και νοήματα που θεωρούσα υποσυνείδητα δεδομένα, για άλλους κείτονται σε ένα μακρινό παράλληλο σύμπαν. Η διαφορετική αντίληψη του φυσικού και μη κόσμου σε κάθε οικογένεια, βέβαια, μού φανέρωσε τα σημάδια της και νωρίτερα, χωρίς βέβαια να μπορώ να τα επεξεργαστώ με το τότε διανοητικό μου λογισμικό. Σε μια πιο ανάλαφρη νότα, αναφέρομαι στην εντύπωση που μου είχε δημιουργήσει η απαίτηση κάποιων γονέων σε φιλικά σπίτια, να ζητούν από εμάς τους καλεσμένους να αποχωριζόμαστε τα παπούτσια μας προτού περάσουμε την είσοδο του σπιτικού τους. Ίσως θα ήταν κάπως ευγενικότερο εκ μέρους των οικοδεσποτών, ιδιαίτερα προς τους ενήλικους επισκέπτες, εάν αντί για τα παπούτσια μας, μας παρακαλούσαν να αφήσουμε απ’ έξω, έστω για λιγάκι, ό,τι δυσάρεστο μέσα μας θα μπορούσε να καταστήσει την επίσκεψη αυτή από άκαρπη έως ανυπόφορη.
(Πλέον, έχω αποδεχθεί την διαδικασία αυτή ως σεβαστή, συνειδητοποιώντας ότι θα παραμείνω ευτυχής αν αυτή είναι η μοναδική μου διαφωνία με τους εκάστοτε οικοδεσπότες.)
Έτυχε(;) να βρεθώ σε περιβάλλον μιας νέας οικογένειας που σιγά σιγά ανακαλύπτει τον κόσμο της ανατροφής του πρώτου της παιδιού. Διασκορπισμένα σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού παρατηρούσα βιβλία με θέμα την διαπαιδαγώγηση των παιδιών, άλλοτε δίνοντας έμφαση στην ψυχοσύνθεση των παιδιών και άλλοτε κατανοώντας τις ανάγκες των ίδιων των γονιών να διαβιούν σε ισορροπία, χωρίς να εξουθενώνονται, στην πρωτόγνωρη αυτή πορεία της γονεϊκότητας. Και τότε συνειδητοποίησα κάτι ακόμη: την περιπλοκότητα της εξέλιξης μας ως ανθρώπινες υπάρξεις.
-
Ο ΠΥΡΗΝΑΣ
Θα μού πεις ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Για χρόνια γνωρίζεις έναν άνθρωπο που παραμένει στο ίδιο πάθος που μισεί, κι εσύ έχεις σχεδόν πειστεί ότι το αγαπά.
Θα ήταν, παραδείγματος χάριν, ποτέ δυνατόν, ένας ληστής με τρομερή σωματική ισχύ που για χρόνια εξασκεί το παρορμητικό αυτό πάθος του, να βρεθεί σε διάθεση μετάνοιας και να μεταβληθεί σε μία αθώα χαριτωμένη ύπαρξη; Θα μπορούσε μία γυναίκα για χρόνια πόρνη, με το πάθος της αυτό να κυβερνάται μονάχα από επιθυμία και όχι για βιοποριστικό σκοπό, σε μια στιγμή να μεταστραφεί, να αφοσιωθεί σε μια ασκητική ζωή και να αναδειχθεί ψυχή φλεγόμενη για τα θεία;
Μάλλον όχι. Το ναι όμως επαληθεύει ο Άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας, η Οσία Μαρία η Αιγυπτία και όχι μόνο.
Θα έχει τύχει να ακούσεις ή να διαβάσεις κάπου ότι όποιος δεν δέχθηκε αγάπη στην παιδική του ηλικία πιθανότατα θα δυσκολευτεί και να προσφέρει αγάπη προς όσους τον περιβάλλουν στον ενήλικο βίο του, καθώς δεν έχει οικειοποιηθεί, δεν διαθέτει εμπειρία αυτού του τρόπου σχέσεως.
Κύκλοι εμφανούς ή αφανούς βίας κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά.
Αδιέξοδο στην ανθρώπινη ψυχή εάν το παρόν μας καθορίζεται ασφυκτικά από τα βιωματά μας.
Εκεί ακριβώς αρχίζει η περίθαλψη των τραυμάτων από τους ανθρώπους του Θεού: ανατρέπουν τα λογικά δεδομένα επιμένοντας να εκφέρουν τη γνώμη, πως όταν ο άνθρωπος πρώτος προσφέρει ανιδιοτελώς και ειλικρινά την αγάπη του στους γύρω του, τότε τροφοδοτεί την αγάπη των γύρω του προς αυτόν. Μα ακόμη κι αν οι γύρω του δεν αναγνωρίσουν την διάθεση προσφοράς του, ο ίδιος ανταμείβεται εσωτερικά.
Σε μερικές περιπτώσεις κάπως έτσι, απλά, αληθινά, αποκόπτονται και άλλα δεσμά του τραυματισμένου προσώπου με το νύσσον και τέμνον παρελθόν του.

Οι ίδιοι, ως μαθητές καρδιογνώστες, προσφέρουν σαν πρόταση το σπάσιμο αυτής της αλυσίδας πόνου, μέσω της εξόδου από τη συνεχή περιστροφή γύρω από τον εαυτό μας, γύρω από τα τραύματα μας.
Με επιμονή επικεντρώνονται στην ανάγκη κοινωνίας με τους άλλους πονεμένους και αδικημένους, η οποία αθόρυβα μας θεραπεύει όλους μας. Όχι ως κοινωνικοπολιτική στρατηγική, αλλά ως στάση καρδιάς.
Διακρίνω κάτι παράδοξο στην πρόταση αυτή της εξόδου, αν την αντιλαμβάνομαι όπως εννοείται: τα τραύματα συχνά δεν επιλύνονται. Απλώς αποδυναμώνεται η ένταση με την οποία τα αντιλαμβανόμαστε, παύουμε πλέον να τους αποδίδουμε αξία. Πλέον, δεν μας εξουσιάζουν.
Το μήλο κάτω από τη μηλιά…θα πέσει;
