ΦιλοSόfa

«Τι να θυμηθεί κανείς; Τα παλικάρια του Πόντου σφαγμένα, σαν αρνιά κρεμασμένα»

Παναγιώτης Τσαγκάρης

Ως κεραυνός, ή ως τυφώνας θα λέγαμε καλύτερα, επέπεσε τότε (από το 1914 έως το 1918) επί των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας η αιμοσταγής τριανδρία των Νεοτούρκων, αποτελούμενη από τους Εμβέρ πασά, Ταλαάτ μπέη και Ντζεμάλ πασά, η οποία με την καθοδήγηση του Γερμανού στρατηγού Λίμαν Φον Σάντερς συνέλαβε, σχεδίασε και εξετέλεσε την συστηματική Γενοκτονία των Αρμενίων, των Ποντίων και των λοιπών Ελλήνων της Ανατολής.

Το καταστροφικό τους έργο ήρθε σε μία δεύτερη φάση απ’ το 1919 έως το 1923 να ολοκληρώσει ο Κεμάλ, με το πρωτοπαλίκαρό του, τον διαβόητο κουτσό διοικητή της Κερασούντας, τον Λαζό Τοπάλ Οσμάν, πρώην βαρκάρη, ο οποίος είχε σαν «χόμπι» να θανατώνει μικρά παιδιά, χτυπώντας τα κεφάλια τους πάνω στα βράχια!

«Επήγαγε επ’ αυτούς (ο Θεός), έθνος αναιδές και αλλόγλωσσον, οι ουκ αισχύνθησαν πρεσβύτην, ουδέ παιδίον ηλέησαν» (Βαρούχ 4,15).

Τι να πρωτοθυμηθεί και τι να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτά τα χρόνια της συμφοράς!

Ο Χάρης Τσιρκινίδης, στο βιβλίο του «Επιτέλους, τους ξεριζώσαμε», θυμάται: «Θυμάμαι, Μάνα, μου ’λεγες: Πως την δεκαπεντάχρονη ξαδέλφη σου, την Θοδώρα, μαζί με δύο άλλες γυναίκες που κρατούσαν τα νήπια τους  στην αγκαλιά, τις χώρισαν από την αυλή του σχολείου της Σαμψούντας, όπου είχαν συγκεντρώσει όλα τα γυναικόπαιδα, τις πήγαν σε μία αίθουσα κι εκεί έξι χωροφύλακες τις βίασαν.

Πως η Θοδώρα τους κτυπούσε, τους έσχισε τα πρόσωπα. Κι αυτοί την σκότωσαν με μαχαίρια. Έβγαλαν την καρδιά της κι έσταζαν το αίμα πάνω στις άλλες γυναίκες για να τις τρομοκρατήσουν.

Πως αυτές, καθώς μαζί μ’ όλο το καραβάνι τις οδηγούσαν στην εξορία, περνώντας πάνω από μία ψηλή γέφυρα, έριξαν πρώτα τα παιδιά τους κάτω και μετά πήδηξαν κι αυτές πάνω στους μυτερούς βράχους». Καταγράφοντας στην ιστορική μνήμη έναν νέο χορό του Ζαλόγγου!

Τι να θυμηθεί κανείς; Την τραγωδία στο χωριό Μπεϊαλάν, όπου οι Τούρκοι έκαψαν ζωντανούς μέσα σε δυο σπίτια στην πλατεία όλα τα γυναικόπαιδα και τους γέρους του χωριού!

Τι να θυμηθεί κανείς; Τα παλικάρια του Πόντου σφαγμένα, σαν αρνιά κρεμασμένα, στα τσιγκέλια των κρεοπωλείων!

Τι να θυμηθεί κανείς; Τα τάγματα εργασίας, ακριβέστερα τάγματα θανάτου, την λευκή εξόντωση; Τέλος δεν έχει ο καημός της θύμησης. «Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος  και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελε παρακληθήναι ότι ουκ εισίν» (Ματθ. 2,18).

«Τούρκοι διαβήκαν χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα» (Βίκτωρ Ουγκό: «Το Ελληνόπουλο»).

Οι Πόντιοι μπροστά σ’ αυτό το ασύλληπτο κακό αντέδρασαν με αντάρτικο και εκκλήσεις στις Μεγάλες Δυνάμεις.

Στυλοβάτες του δοκιμαζόμενου λαού οι επίσκοποι Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης, ο εκ Στύψη της Λέσβου καταγόμενος και εκ Καστορίας της Μακεδονίας προερχόμενος, ο Ζήλων Ευθύμιος Αγριτέλλης, ο εκ Παρακοίλων Λέσβου καταγόμενος και ο Τραπεζούντος Χρύσανθος Φιλιππίδης, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

Όμως το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο. Ο Κεμάλ μετά την ολοκληρωτική νίκη του θα αναφωνήσει στις 13 Αυγούστου του 1923, γεμάτος ικανοποίηση και ανακούφιση: «Επιτέλους, τους ξεριζώσαμε»!

(Διασκευή) Αναδημοσίευση από Orthodoxia News Agency