ΦιλοSόfa

Μνημόσυνο στην Πόλη

Θοδωρής Ξύδης

29 Μαΐου 1922. Κωνσταντινούπολη.

Σε δέκα λεπτά ξεκινούσε το μνημόσυνο και όμως η εκκλησιά της Παναγιάς της Ευαγγελίστριας ήταν παντελώς άδεια.

Ποια ξεχασμένη ψυχούλα έχουμε να διαβάσουμε πάλι σήμερα, σκέφτηκε ο παπα-Γιώργης…

Πέντε λεπτά ακόμα, και αν δεν φανεί κανείς, θα ξεκινήσω μόνος με γοργούς ρυθμούς, αναλογίστηκε.

Ούτως ή άλλως δεν τον ξέρω τον μακαρίτη, από ότι μου είπαν.

Έκατσε στο ιερό με υπομονή, βυθισμένος στις σκέψεις που κάθε τέτοια μέρα του έτους προσπαθούσε να αποφεύγει.

Τι θλιβερή μέρα να είσαι Έλληνας στην Πόλη, σκέφτηκε.

Σαν σήμερα, η Πόλις εάλω.

Και όμως, η μέρα αυτή κάποτε γέμισε με ελπίδα την καρδιά ενός Έθνους. Και η ελπίδα αυτή έγινε Επανάσταση, και η Επανάσταση θυσία. Και το ένδοξο αυτό Έθνος αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του και έγινε η ευχάριστη έκπληξη της ιστορίας. Γιατί όπως γράψανε και οι Εγγλέζικες εφημερίδες εχθές :

« Κάποτε βοηθήσαμε τους Έλληνες να ελευθερωθούν και να που 100 χρόνια μετά φτάσανε μέχρι την Μικρασία. Ποιός ξέρει άραγε μέχρι που μπορούν να φτάσουν, αν τους βοηθήσουμε ξανά…».

Αχ βρε Ελλάδα. Πόσο σε αδίκησαν… Πόσο σε αδίκησες…

Δεν είναι κρίμα ; Η ομορφότερη Πόλη του κόσμου στα χέρια των βαρβάρων ; Ο Θεός να με συγχωρέσει. Οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσιν. Καλοί άνθρωποι είναι και αυτοί οι Τουρκαλάδες ωρέ. Πλέον όμως με την επάνοδο των Νεότουρκων ακόμα και ο χαρακτηρισμός αυτός φαντάζει επιεικής. Πρώτα οι Αρμένιοι, τώρα εμείς. Ο Πόντος λένε είναι ήδη βουτηγμένος στο αίμα. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς.

Κάπως έτσι η ώρα πέρασε και ο παπα-Γιώργης ξεκίνησε μουρμουρίζοντας ένα βιαστικό τρισάγιο, λόγια χιλιοειπωμένα για εκείνον, θεωρώντας πως βρισκόταν ολομόναχος. Γυρνώντας στην Ωραία Πύλη όμως, αντίκρισε το αναπάντεχο.

Την Παναγιά της Ευαγγελίστριας ασφυκτικά γεμάτη.

Σκέφτομαι πιο δυνατά από ότι μιλάω, αναλογίστηκε και χαμογέλασε αμήχανα.

Πού βρέθηκαν όλες αυτές οι ψυχές ; Τόσους Έλληνες δεν έχει ολάκερη η Πόλη…

Χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα ο παπα-Γιώργης συνέχισε στους γρήγορους ρυθμούς που συνήθιζε πάντοτε να ψέλνει.

Κάποια στιγμή κόμπιασε και ρώτησε διακριτικά τον Μιχαλάκη στο ψαλτήρι, το όνομα του μνημονευόμενου.

Κωνσταντίνος, ακούστηκε ένας ψίθυρος.

Κωνσταντίνος ;;;

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πεσόντος κατά την Άλωσιν ! Αποκρίθηκε ο Μιχαλάκης.

Ο παπα-Γιώργης δάκρυσε και ξεκίνησε από την αρχή.

Αυτήν την φορά αργά και καθαρά.

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀμήν.